The whole ten yards (2004)

Κακή ταινία και θυμίζει κακοπαιγμένες ελληνικές φάρσες της δεκαετίας του ’70 που προοριζόταν για τα βίντεοκλαμπς!

Η σκηνοθεσία απρόσεκτη, το σενάριο εφαρμοστά ταιριαστό στην ιστορία της πρώτης (επιτυχημένης) ταινίας και οι ερμηνείες τραβηγμένες (και μάλιστα περισσότερο απ’ όσο πρέπει), ώστε να βγάλουν γέλιο. Δυστυχώς όμως δε γέλασα… μετά την πρώτη μισή ώρα, συνέχισα να βλέπω την ταινία απλά για να δω πού θα καταλήξει.

Αν σας άρεσε η πρώτη ταινία, μείνετε εκεί και μη δείτε πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί η ζωή των ηρώων της.

“Griffith” film collection manager

Σήμερα, αντί για κάποια ταινία, θα σας προτείνω ένα πρόγραμμα αρχειοθέτησης ταινιών. Ονομάζεται Griffith και το βρίσκετε στη διεύθυνση http://griffith.vasconunes.net/ σε εκδόσεις για Linux, Windows και MacOS (2017: δεν υπάρχει πια διαθέσιμο, αλλά υπάρχουν παρόμοιες εφαρμογές).

Έχει τη δυνατότητα, μεταξύ άλλων, αφού του δηλώσετε ότι έχετε κάποια ταινία, να συνδέεται στη βάση imdb.com και να φέρνει όλες τις σχετικές πληροφορίες, ακόμη και το poster της ταινίας.

Υπάρχει σχετικό user forum (π.χ. αν θέλετε να ζητήσετε κάτι παραπάνω) στον παραπάνω δικτυακό τόπο, αλλά, αν θέλετε και έχετε τις γνώσεις, μπορείτε κι εσείς να κάνετε αλλαγές στον κώδικα, αφού είναι διαθέσιμος.

Timecode (2000)

Η ταινία «Timecode» (2000) του Mike Figgis (σε σενάριο, σκηνοθεσία, μουσική, παραγωγή και ήταν και ένας από τους κάμερα-μεν) είναι μία εξαιρετικά δύσκολη ταινία για να την παρακολουθήσει κάποιος.

Δεν είναι μόνο το ότι διαδραματίζεται σε πραγματικό χρόνο, σα θεατρικό έργο, αλλά κυρίως το γεγονός ότι παρακολουθούμε ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ τέσσερις (4) αλληλοδιαπλεκόμενες ιστορίες!!!!

Από την αρχή μέχρι το τέλος της ταινίας, η οθόνη είναι χωρισμένη σε 4 ορθογώνια και το κάθε τεταρτημόριο διηγείται μία διαφορετική ιστορία. Στην πορεία, οι ζωές των ηρώων της κάθε ιστορίας μπλέκονται και τους βλέπουμε να μεταπηδούν στο δίπλα κουτάκι ή ακόμη και να εμφανίζονται σε δύο ταυτόχρονα (επειδή βρίσκονται στον ίδιο χώρο με άλλο ήρωα, ανεξάρτητα αν γνωρίζονται μεταξύ τους ή όχι). Με μία λέξη: μύλος!

Το καστ είναι αξιοπρόσεκτο επίσης… ενώ συνήθως στις άλλες ταινίες παίζουν 2-3 πολύ γνωστοί ηθοποιοί και οι υπόλοιποι μας είναι συνήθως άγνωστοι, εδώ συνωστίζονται τουλάχιστον 6-7 από τους πολύ γνωστούς και είναι ακόμη τόσοι περίπου από τους σχετικά άγνωστους! Αναφέρω τους πιο γνωστούς σ’ εμένα: Salma Hayek, Jeanne Tripplehorn, Stellan Skarsgaard, Saffron Burrows, Holly Hunter, Glenne Headly, Julian Sands. Φαντάζομαι ότι μόλις μάθαιναν ότι η ταινία θα ήταν κατά βάση πειραματική, κάποιοι/ες θα έκαναν ουρά για να παίξουν.

Είναι προφανές ότι σ’ αυτήν την ταινία, τόσο η ιστορία, όσο και οι ερμηνείες, περνούν σε δεύτερη μοίρα. Τον πρώτο ρόλο έχει η κινηματογράφηση και το στοίχημα που (φαντάζομαι ότι θα) έβαλε ο Figgis με τον εαυτό του (ή με τους φίλους του ή την εταιρεία· ποιος ξέρει;) για το αν οι θεατές θα δουν τελικά όλη την ταινία ή όχι!

Προσωπικά μπόρεσα να την παρακολουθήσω χωρίς πρόβλημα, παραδέχομαι όμως ότι της έδωσα όλη μου την προσοχή (ενώ συνήθως χαζεύω και κάτι άλλο), φροντίζοντας να μη χάνω την εξέλιξη στο κάθε τεταρτημόριο [1]. Σ’ αυτή μου την προσπάθεια με βοήθησε και ο ήχος που προερχόταν (σχεδόν πάντα) μόνο από το ένα τεταρτημόριο, κάτι που μάλλον έγινε συνειδητά για να καθοδηγεί το θεατή. Υπήρχαν όμως και στιγμές που ακουγόταν και οι υπόλοιπες ιστορίες, έστω και σε χαμηλότερη ένταση, και τότε γινόταν αυτό που έμεινε γνωστό ως «χάβρα Ιουδαίων»!

Απόστολος

[1] Δεν ξέρω αν έχει να κάνει με την εξέλιξη της ταινίας ή είναι κάτι επιστημονικά παρατηρημένο και αποδεκτό, διαπίστωσα όμως ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσα να παρακολουθήσω μέχρι 3 ιστορίες από τις 4! Και μάλιστα συνήθως το τεταρτημόριο που δεν παρακολουθούσα ήταν το επάνω δεξιά!!! Ευτυχώς όμως εκεί συνήθως η ηρωίδα περπατούσε μόνη της στο δρόμο και δεν υπήρχαν συζητήσεις και άλλες αξιοπρόσεκτες καταστάσεις.

Psycho (1998)

Παρακολούθησα με ενδιαφέρον την “αναπαραγωγή” της ταινίας του Alfred Hitchcock από τον Gus Van Sant, το στοίχημα του οποίου ήταν να ξαναδημιουργήσει την αρχική ταινία σκηνή προς σκηνή αλλά με χρώμα αυτή τη φορά. Σε γενικές γραμμές νομίζω ότι πέτυχε (την αντιγραφή), αλλά δεν είχε την “τρομακτικότητα” της αρχικής.

Ομολογώ ότι την ταινία του A.H. την έχω δει μόνο δύο φορές μέχρι τώρα και όχι χωρίς λόγο. Αν και στην εποχή μας έχουμε δει τα μύρια όσα, η ταινία παραμένει τρομακτική ακόμη και τώρα κυρίως λόγω της έκπληξης και της αγωνίας που είναι διάσπαρτη σε όλο το πρώτο μέρος της (μέχρι τη σκηνή του ντους δηλαδή). Το δεύτερο μέρος της καταλαμβάνεται περισσότερο από την προσπάθεια της αποκάλυψης του μυστηρίου που κορυφώνεται λίγο πριν το τέλος της ταινίας με την “εμφάνιση” της Μητέρας στο υπόγειο του σπιτιού που, για μένα, είναι πιο έντονη συναισθηματικά από την πρώτη της εμφάνιση στη σκηνή του ντους.

Στην καινούρια έκδοση της ταινίας η Anne Heche, στο ρόλο της Marion Crane, είναι αρκετά καλή, όπως και ο Vince Vaugn στο ρόλο του Norman Bates (όχι όμως και ως Μητέρα) — ευτυχώς που είχε αυτό το κρυφο-παρανοϊκό βλέμμα, αν και σε μερικά σημεία μου θύμιζε τον Tim Robbins! 🙂

Η μουσική της ταινίας παραμένει η αρχική (εξαίσια) του Bernard Herrmann. Δε θυμάμαι αν το έχω αναφέρει και πιο παλιά, αξίζει να το ξαναγράψω όμως. Όπως έλεγε ο B.H., όταν άρχισε να γράφει τη μουσική για την ταινία, σκεφτόταν αρχικά να την κάνει πιο υποβλητική / τρομακτική, σύμφωνα με το σενάριο. Ο A.H. όμως του ζήτησε η σύνθεση της αρχής να είναι επίτηδες πιο χαρούμενη ώστε να μην προϊδεάζει σε τίποτε το κοινό για ό,τι θα ακολουθούσε! Εξάλλου, και στην κινηματογραφική προβολή, στα διαφημιστικά και στους τίτλους, υπήρχε η σύσταση προς τους θεατές να μην αποκαλύψουν την υπόθεσή της σε άλλους ώστε αυτοί να τη δούνε ανυποψίαστοι.

Μου άρεσε και η επιλογή του αστυνομικού που ξυπνάει τη Marion και της ζητάει τα στοιχεία της. Ολόιδιος με τον αρχικό ο άτιμος!

Δεν ξέρω πως είναι εμφανισιακά ο Gus Van Sant, θέλω να ελπίζω ότι είναι ο νεαρός με το χαρτοφύλακα που περνάει βιαστικά μπροστά από το αυτοκίνητο της Marion όταν περιμένει στο φανάρι, εκφράζοντας έτσι το θαυμασμό του στο δημιουργό της ταινίας που έκανε έτσι την παραδοσιακή cameo εμφάνισή του.

Η προσθήκη του χρώματος νομίζω ότι αφαίρεσε από την ταινία μεγάλο ποσοστό της αγωνίας αλλά, επειδή είμαι δηλωμένος θαυμαστής των ασπρόμαυρων ταινιών, σ’ αυτό το σημείο ίσως να μην είμαι πολύ αντικειμενικός. Τέλος, η Μητέρα στην νεώτερη έκδοσή της ήταν χειρότερη από την “κανονική”! 🙂

Σε κάποιον/α που δεν έχει δει την αρχική ταινία, δεν ξέρω τι εντύπωση θα προκαλέσει η θέασή της μετά την αναπαραγωγή, κυρίως λόγω του γεγονότος ότι θα ξέρει ήδη την υπόθεση και οι εκπλήξεις δε θα έχουν τον αντίκτυπο που θα έπρεπε. Από την άλλη μεριά, κάποιος/α που θα δει τις ταινίες με την κανονική χρονολογική σειρά δε θα αποφύγει τον πειρασμό να τις συγκρίνει και η σύγκριση δε θα βοηθήσει τη νεώτερη, η οποία από μόνη της μπορεί να σταθεί σχετικά ικανοποιητικά.

Απόστολος


«A boy’s best friend is his mother» (Norman Bates)

A face in the crowd (1957)

Ενδιαφέρουσα προφητική ταινία του Ηλία Καζάν που ασχολείται με το φαινόμενο των τηλεαστέρων (εν έτει 1957).

Περιγράφει τη διαδρομή ενός περιπλανώμενου μουσικού, που τον ανακαλύπτει σε μία φυλακή μία παραγωγός του ραδιοφώνου ενώ ψάχνει για “πρόσωπα μέσα στο πλήθος”, μέσα στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο όπου θριαμβεύει αρχικά για να καταποντιστεί τελικά συντετριμμένος από τη μέθη της εξουσίας.

Καλές ερμηνείες από τους ηθοποιούς.

  • Ο Andy Griffith (ο Matlock του ομώνυμου τηλεοπτικού σίριαλ) θυμίζει σε αρκετά σημεία τον Kane του Orson Welles.
  • Η Patricia Neal, ως Marcia, εκφραστική μεν, χαμηλού προφίλ δε, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην έλξη που νιώθει για το δημιούργημά της και στην αποστροφή που της προκαλούν οι πράξεις και η συμπεριφορά του.
  • Ο Walter Matthau είναι κυνικός και αποστασιοποιημένος σε ρόλο σχολιαστή (ή και αφηγητή θα μπορούσε να πει κανείς) που βλέπει όμως πιο καθαρά από τους υπόλοιπους.

Ενδιαφέροντα (καυστικά πολλές φορές) πολιτικά και πολιτιστικά σχόλια.

Πληθώρα ορθογραφικών λαθών στους υπότιτλους, σε σημείο να ενοχληθώ τόσο πολύ που δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσει η ταινία.

Σε γενικές γραμμές θα τη βαθμολογούσα με 8/10 (μείον ένα για τα ορθογραφικά λάθη της ελληνικής έκδοσης)

Ο Al Pacino στο θέατρο (και στο δίκτυο)

Για να προωθήσει το ρόλο του στη θεατρική παραγωγή «Σαλώμη», ο Al Pacino «εκπέμπει» στο δίκτυο μέσω video podcasts. Απ’ ό,τι λέγεται, αυτά τα βιντεάκια πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε ένα φιλμάκι σχετικό με το πώς ανέβηκε η παράσταση.

Προσωπικά, αυτήν την κίνηση τη θεωρώ καλή, αφού διαφημίζει τη δουλειά του σε ολόκληρο τον κόσμο με μικρό κόστος και, εμείς οι υπόλοιποι, που δε ζούμε στο Los Angeles και δε μπορούμε να πάμε να δούμε την παράσταση, μπορούμε να πάρουμε μία ιδέα από το πώς αντιμετωπίζει το ρόλο του ένας (μεγάλος) ηθοποιός.

Μπορείτε να τα δείτε αν πατήσετε στο “Media” στη σχετική σελίδα (επειδή όμως πρόκειται για βίντεο αρχεία, είναι καλό να έχετε μία σχετικά γρήγορη γραμμή — π.χ. το πρώτο βίντεο της σειράς είναι περίπου 6.5 MBytes — και το quicktime εγκατεστημένο· το καλό είναι ότι στη δεξιά στήλη της σελίδας δίνει την πλήρη διεύθυνση του αρχείου, οπότε μπορούμε να το κατεβάσουμε πρώτα και να το δούμε μετά με την ησυχία μας)

Η νοσταλγός (2004)

«Η νοσταλγός» είναι μία ταινία της Ελένης Αλεξανδράκη, η οποία επιχειρεί να μεταφέρει στην οθόνη το ομώνυμο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Μάλιστα η απόδοση είναι τόσο πιστή που στο σενάριο χρησιμοποιείται η καθαρεύουσα εμπλουτισμένη με τη νισυριώτικη διάλεκτο.

Πρωταγωνίστρια είναι μία γυναίκα, η Αννιώ (=Όλια Λαζαρίδου), που είναι παντρεμένη με κάποιον αρκετά μεγαλύτερό της (=Σπύρος Σταυρινίδης, βραβευμένος για την ερμηνεία του στην ταινία «Αιώνι0ς φο1τητής») και δεν της αρέσει η ζωή που ζει, γι’ αυτό και αποφασίζει μία ημέρα να επιστρέψει στο νησί όπου μεγάλωσε (=Νίσυρος). Για το σκοπό αυτό ζητάει από ένα νεαρό, το Μαθιό (=Γιώργος Τσούλαρης), να την περάσει απέναντι με τη βάρκα του.

Η ταινία είναι δομημένη σε δύο άξονες: ημέρα και νύχτα. Την ημέρα τα χρώματα είναι ζωντανά, η δράση εξελίσσεται στην ξηρά και οι άνθρωποι συζητάνε με όρεξη, αστειεύονται, χορεύουν και εργάζονται. Τη νύχτα κυριαρχεί το σκούρο μπλε, της θάλασσας και του ουρανού, όλες σχεδόν οι σκηνές είναι στη βάρκα με την Αννιώ και το Μαθιό και οι συζητήσεις είναι περισσότερο εσωτερικές σε σημείο να μην ξέρουμε τελικά αν ο Μαθιός είναι πραγματικός ή πλάσμα της φαντασίας.

Σε γενικές γραμμές η ταινία μου άρεσε, αν και η ώρα που προβλήθηκε, χθες το βράδυ, δύο ώρες πριν την Ανάσταση, δε νομίζω ότι ήταν και η πιο κατάλληλη. Δύο χαρακτηριστικά της που θα θυμάμαι είναι η καθαρεύουσα των διαλόγων και τα χρώματα των σπιτιών της Νισύρου.

The quiet american (2002)

Θα σας γράψω τις εντυπώσεις μου από την ταινία «The quiet american». Δεν την είδα όμως ολόκληρη. Το δισκάκι ήταν χτυπημένο στο τέλος της ταινίας κι έτσι δεν ξέρω πώς τελειώνει.

Ο Τόμας (Michael Caine) είναι Άγγλος δημοσιογράφος στη Saigon το 1952.

Ψιλοβαριέται να δουλέψει, έχει βολευτεί όμως εκεί, τόσο στη ζωή της πόλης, όσο και με τη Φονγκ (πολύ όμορφη η Do Thi Hai Yen και σεμνή στο ρόλο της), που την κοροϊδεύει, λέγοντάς της ότι θα χωρίσει τη γυναίκα του και θα παντρευτούν.

Στη ζωή τους όμως εμφανίζεται ο Πάιλ (Brendan Fraser), ο οποίος, αν και γίνεται φίλος με τον Τόμας, κάνει πρόταση γάμου στη Φονγκ (μπροστά στον Τόμας)!

Όμως, εκτός από τις προσωπικές σχέσεις αυτού του τρίο, υπάρχει και ο πόλεμος! Ο Πάιλ δεν είναι αυτό που δείχνει και συμβαίνουν αρκετά στη διάρκεια της ταινίας.

Τέλος πάντων, δε θα σας πω όλη την ιστορία, δείτε την ταινία! Ο Caine δε βαριέται όσο συνήθως στις τελευταίες του ταινίες, ενώ ο Fraser, παρ’ ότι μου θύμισε τον Tim Robbins, μου φάνηκε άχρωμος.

Κανένας και καμία δε διεκδικεί δάφνες ερμηνείας, δεν τους βοηθάνε και οι ρόλοι… όλοι οι ρόλοι είναι χαμηλού προφίλ. Το ίδιο και η ιστορία, εκτός αν έχω χάσει κάποια ανατροπή στο τέλος που δεν είδα (και μπορώ μόνο να το φανταστώ).

Η φωτογραφία όμως είναι πολύ καλή. Κράτησα μάλιστα και 3 στιγμιότυπα για να τα χρησιμοποιώ ως φόντο στην επιφάνεια εργασίας μου.

Baran (2001)

Ελληνικός τίτλος: «Βροχή»
Ιρανική ταινία, σκηνοθεσία του Ματζίντ Ματζιντί
πρωταγωνιστούν οι Χουσεΐν Αμπεντινί και Ζεχρά Μπαχραμί
http://www.imdb.com/title/tt0233841/

Πρέπει, εξ αρχής, να γράψω ότι αυτή είναι η πρώτη ιρανική ταινία που είδα ολόκληρη. Έχω δει άλλη μία (μισή), με ένα κοριτσάκι που το στέλνει η μαμά του να αγοράσει κάτι και χάνει τα λεφτά, αλλά δυστυχώς κοιμήθηκα πριν τελειώσει (ενώ ήθελα να την παρακολουθήσω μέχρι το τέλος).

Αυτήν όμως την είδα και είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό.

Η ταινία περιγράφει τη ζωή των αφγανών προσφύγων που κατέφυγαν στο Ιράν λόγω του καθεστώτος των Ταλιμπάν και των συνεχών πολέμων. Δεν πρόκειται όμως για πολιτική ταινία. Οι πρωταγωνιστές είναι απλοί άνθρωποι, οικοδόμοι στο επάγγελμα, που, εδώ που τα λέμε, δεν είμαι και σίγουρος ότι είναι επαγγελματίες ηθοποιοί. Είναι όμως πολύ αληθινοί και οι κινήσεις τους ή η σιωπή τους είναι υπέρτερες 10 χολιγουντιανών εκρήξεων.

Ο ήρωάς μας είναι ο Λατίφ, ένας νέος μεταξύ 15-18 χρονών, που απασχολείται σε μία οικοδομή κάνοντας ελαφρές δουλειές, όπως η διαχείριση του κυλικείου (που περιλαμβάνει την ετοιμασία και το σερβίρισμα του τσαγιού ή τις προμήθειες).

Μια μέρα όμως, ένας αφγανός εργάτης (από αυτούς που, ως πρόσφυγες, απασχολούνται παράνομα από τον εργολάβο) πέφτει από μεγάλο ύψος και σπάει το πόδι του. Την άλλη μέρα, έρχεται στη θέση του ο γιος του Ραχμάτ (12-15 χρονών) και, επειδή είναι μικρότερος από τον Λατίφ, ο εργολάβος του αναθέτει το κυλικείο μεταθέτοντας τον Λατίφ στις κανονικές οικοδομικές εργασίες (δηλαδή κουβάλημα, “κοκτέιλ”, ξανά κουβάλημα, κ.λπ.) Ο Λατίφ θυμώνει και υπόσχεται εκδίκηση.

Μια μέρα όμως, βλέπει τον Ραχμάτ να χτενίζει τα μακριά μαλλιά _της_, συνειδητοποιεί ότι πρόκειται για κορίτσι και μένει άναυδος. Χωρίς να το καταλαβαίνει, αρχίζει να την προστατεύει και να την προσέχει. Όταν χρειάζεται, τη σώζει από τους επιθεωρητές εργασίας που την κυνηγάνε και, στη συνέχεια, όταν αυτή φεύγει αναγκαστικά από τη δουλειά, ψάχνει να τη βρει στο χωριό που μένει και βοηθάει, με όσες οικονομίες έχει, τον πατέρα της (χωρίς να του πει από πού προέρχονται τα χρήματα).

Οι καιρικές συνθήκες είναι κακές (έχει κρύο, βρέχει και φυσάει), οι δουλειές είναι λίγες, σκληρές και δε φέρνουν λεφτά, οι άνθρωποι όμως είναι καλοί, δεν υπάρχουν κακές σκέψεις, μικρότητες και υστεροβουλία και αυτό φαίνεται σε όλη την ταινία. Ακόμη και ο φαινομενικά σκληρός εργολάβος, συμπάσχει με τους εργάτες του και οι επιθεωρητές εργασίας κάνουν απλά τη δουλειά τους ακολουθώντας τους νόμους και ΧΩΡΙΣ να είναι διεφθαρμένοι. Οι ερμηνείες των ηθοποιών (είτε είναι επαγγελματίες ή όχι) είναι πολύ καλές και ο προσεκτικός θεατής φαντάζομαι ότι θα εντοπίσει λεπτομέρειες από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων ή από τη νοοτροπία τους, που δε θα του φανούν καθόλου ξένες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Μπαράν (αυτό είναι το όνομα του ρόλου της μικρής πρωταγωνίστριας, εξ ου και ο τίτλος) σε ολόκληρη την ταινία δε λέει ούτε κουβέντα! Η σιωπή της όμως είναι πολύ πιο εκφραστική, όπως και η ματιά της, ακόμη και πίσω από τη μπούρκα (στην τελευταία σκηνή της ταινίας).

Ο σκηνοθέτης Ματζίντ Ματζίντι τέλος, μόλις 2 χρόνια πριν, είναι αυτός που σκηνοθέτησε την ταινία «Το χρώμα του παραδείσου» (δεν την έχω δει ακόμη, άκουσα όμως πολύ καλά λόγια και μετά τη «Βροχή» θα τη δω σίγουρα).

Δεν ξέρω αν η ταινία χρηματοδοτήθηκε ή υποστηρίχτηκε από κάποια κυβερνητική υπηρεσία (αυτή η έλλειψη κακίας/διαφθοράς με ξένισε λίγο και στο Ιράν οι δυνατότητες για ελεύθερη έκφραση, εξ όσων γνωρίζουμε, είναι ελάχιστες), κρατάω όμως την ανθρώπινη πλευρά της ιστορίας.

Η ταινία μου θύμισε λίγο τον «Κλέφτη των ποδηλάτων» («Ladri di biciclette» (1948)) του Βιτόριο ντε Σίκα.

Bon plan (2000)

Ενδιαφέρουσα ταινιούλα που περιγράφει τις περιπέτειες 5 φίλων (3 κορίτσια – 2 αγόρια) που, έχοντας τελειώσει το σχολείο, αποφασίζουν να κάνουν το γύρο της Ευρώπης χρησιμοποιώντας το interrail.

Ξεκινούν από τη Γαλλία, απ’ όπου κατάγονται, με σκοπό αφού πάνε πρώτα στο Άμστερνταμ, να φτάσουν μέσω Πράγας στη Βενετία και να καταλήξουν στην Ελλάδα (πριν επιστρέψουν και πάλι στη Γαλλία). Από την αρχή όμως θα φανεί ότι το σχέδιό τους δεν είναι και τόσο καλά οργανωμένο (εναλλακτική άποψη: η παρέα δεν ήταν και τόσο καλά προετοιμασμένη για το τι θα συναντούσε) και με τα πρώτα “προβλήματα” ακόμη και οι μεταξύ τους σχέσεις επαναδιαπραγματεύονται. Στο τέλος, όλη η παρέα “πάει στην ακρογιαλιά” [1], αλλά, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, είναι το ταξίδι που μετράει και όχι ο προορισμός.

Γνωστοί ηθοποιοί δεν παίζουν, ήξερα μόνο την Ludivine Sagnier (“8 femmes” (2002) — η μικρή κόρη). Περιλαμβάνονται επίσης και γυρίσματα στη Μήλο.

Αναπόφευκτα, μου θύμισε το “L’ auberge espagnole” (a.k.a. “Euroflirt” [2]). Και οι δύο ταινίες, κατ’ αρχήν, είναι γαλλικές και περιγράφουν κάποια περιστατικά της ζωής μιας παρέας που βρίσκεται κάπου στο εξωτερικό.

Συγκρίνοντας όμως τις δύο ταινίες, το “Bon plan” δε μου άρεσε τόσο πολύ, έμεινα με την αίσθηση ότι κάτι του έλειπε, ότι κάτι δεν κόλλαγε. Όπως έγραψα και στην αρχή όμως, είναι μία ενδιαφέρουσα ταινία και οι χαρακτήρες που βλέπουμε δε διαφέρουν από εμάς, είμαι σίγουρος ότι σε κάποιους θα αναγνωρίσουμε, αν όχι τον εαυτό μας (όταν η ηλικία μας ήταν γύρω στα 20 ;-)), τουλάχιστον κάποιους φίλους μας. Τέτοιες ταινίες νομίζω ότι είναι ιδανικές για θερινή προβολή και μάλιστα με παρέα, ώστε να γίνονται και τα σχετικά σχόλια.

  1. ατάκα της ταινίας “Jamais le Dimanche” / “Ποτέ την Κυριακή” (1960)
    Αν έχετε δει την ταινία, θα καταλάβετε γιατί!
  2. σχετική καταχώρηση
Αρέσει σε %d bloggers: