Οι ταινίες του Ken Loach στο YouTube

Μία ενδιαφέρουσα κίνηση έκανε ο σκηνοθέτης Ken Loach και μένει να δούμε πώς θα εξελιχθεί. Μέσω του YouTube – KenLoachFilms καναλιού διαθέτει ελεύθερες για προβολή 7 από τις ταινίες του.

Καλή διασκέδαση!

Κριτική: Ο διαχειριστής (2009)

Το περασμένο Σάββατο, στα πλαίσια του 50ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (το οποίο, επ’ ευκαιρία, συνεχίζεται μέχρι μεθαύριο Κυριακή), είχα την ευκαιρία να δω σε πρώτη προβολή την καινούρια ταινία του Περικλή Χούρσογλου “Ο διαχειριστής“.

Περισσότερες πληροφορίες για την ταινία και την υπόθεσή της δε θα γράψω. Θα γράψω μόνο για 3 χαρακτηριστικά της που πρόσεξα:

  • Συμμετέχουν 3 ηθοποιοί της παλιάς γενιάς (Βουτσάς, Γιουλάκη, Δαμάνη), η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη και, σε μικρό ρόλο, ο Νίκος Γεωργάκης από τη νεώτερη και αρκετοί πρωτοεμφανιζόμενοι (όπως ο πρωταγωνιστής-σκηνοθέτης και η συμπρωταγωνίστρια Ευσταθία Τσαπαρέλη).  Ο Κώστας Βουτσάς μάλλον χτίζει μια δεύτερη καριέρα τα τελευταία χρόνια (και μπράβο του), ενώ η Κατερίνα Γιουλάκη επιστρέφει και πάλι στον κινηματογράφο, μετά τη βιντεοπερίοδο της δεκαετίας του ’80.
  • Συμμετέχει Πρωταγωνιστεί ολόκληρη η οικογένεια Χούρσογλου (ο πατέρας Περικλής, η μητέρα Βαγγελιώ και οι δύο γιοι τους).  Είναι σπάνιο νομίζω να βλέπουμε περισσότερα από 3 μέλη μιας οικογένειας να πρωταγωνιστούν σε μια ταινία.
  • Αν δεν κάνω κάποιο λάθος, όλες οι σκηνές της ταινίας είναι του τύπου “ο Παύλος και κάποιος άλλος“. Δεν το γράφω για κακό, εξάλλου στην ταινία παρακολουθούμε τη ζωή του διαχειριστή Παύλου (ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Περικλής Χούρσογλου σε πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση), θα μπορούσε όμως να αναπτύξει και τους άλλους χαρακτήρες περισσότερο, αντί να τους περιφέρει γύρω από τον Παύλο.

Σε γενικές γραμμές δεν είναι κακή ταινία, υπάρχει όρεξη και καλή πλοκή, μόνο που με ξένισε η απουσία λύτρωσης στο τέλος (πλην της μιας σκηνής στο οστεοφυλάκιο).

Θρίλερ στις 7 το απόγευμα από τη NET

Κάτι περίεργο συμβαίνει στη Νέα Ελληνική Τηλεόραση.

Σάββατο απόγευμα, στις 7 (ώρα δηλαδή που όλη η οικογένεια μπορεί να βλέπει τηλεόραση), προγραμματίζει ταινία-θρίλερ!!!

Προσωπικά δεν έχω δει την ταινία αλλά, τόσο η σελίδα στο δικτυακό τόπο της ΕΡΤ (απ’ όπου η προηγούμενη εικόνα), όσο και αυτή στο imdb (βλ. επόμενη εικόνα), επιβεβαιώνουν ότι η ταινία δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη ζώνη.

Λοιπόν;

κριτική: Alien vs predator (2004)

Αν έχετε σκοπό να δείτε την ταινία και δε θέλετε να μάθετε το τέλος της, σταματήστε να διαβάζετε εδώ. Δείτε την πρώτα και μετά διαβάστε και τις δικές μου εντυπώσεις, αφήνοντας και κανένα σχόλιο (αν θέλετε).

Αν θέλετε να γλυτώσετε ένα δίωρο από τη ζωή σας, κάνοντας κάτι καλύτερο (ό,τι και να κάνετε καλύτερο θα είναι), μπορείτε να αποφύγετε αυτήν την ταινία, επενδύοντας λιγότερο από 5 λεπτά στην ανάγνωση των παρακάτω…

Εν ολίγοις, ο μόνος λόγος που βρίσκω για να δει κάποιος αυτήν την ταινία είναι τα οπτικά εφέ, που δεν είναι δα και πολύ εντυπωσιακά ή πρωτοποριακά. Σοβαρή υπόθεση ή ερμηνείες δεν έχει και θα βαρεθείτε περιμένοντας να τελειώσει παρακολουθώντας ανούσιες μάχες.

Η ταινία λοιπόν βασίζεται σε δύο ήδη γνωστούς χαρακτήρες. Του alien, που γνωρίζουμε ήδη από την ομώνυμη σειρά ταινιών με τη Σιγκούρνι να το αντιμετωπίζει αρχικά και να το γεννάει στη συνέχεια, και του predator, που γνωρίζουμε επίσης από την κλασσική πια μονομαχία με το “governator” Άρνολντ, από τον οποίο πήρε ένα μάθημα (αφού όμως πρώτα του ξεπάστρεψε την ομάδα και τον θύμωσε).

Παίζουν και κάποιοι άνθρωποι, κυρίως στο πρώτο μισό, καθώς ένας ένας (πλην μιας) γίνονται παιχνιδάκια στα χέρια των δύο βασικών μονομάχων και τελειώνουν το ρόλο τους ένδοξα.

Για να υπάρχει δε μεγαλύτερη αγωνία (και διάρκεια ταινίας), τόσο το alien, όσο και ο predator, κυκλοφορούν σε αρκετά αντίτυπα και αλληλοσκοτώνονται (έχοντας και τους ενοχλητικούς ανθρώπους στα πόδια τους), με το alien από τη μία μεριά να εκτοξεύει πράσινα υγρά και όξινα σάλια, ενώ από την άλλη ο predator, πιο ανθρωπόμορφος, χρησιμοποιεί διάφορα εργαλεία-όπλα και συμμαχεί στο τέλος με τη μοναδική επιζήσασα (από τους ανθρώπους).

Επίλογος: το κακό alien (το ένα που έμεινε ζωντανό μετά την εντυπωσιακή έκρηξη) πνίγεται στα βάθη της πολικής θάλασσας (χωρίς όμως να σιγουρευόμαστε ότι ψόφησε), ο άσχημος predator πεθαίνει ηρωικά και τον παίρνουν οι άλλοι predators στο διαστημόπλοιό τους (που εμφανίζεται ξαφνικά από το πουθενά) και φεύγουν (;) αφήνοντας μόνη την καλή επιζήσασα, ακριβώς δίπλα εκεί που είχε παρκάρει το όχημά της η επιστημονική (που λέει ο λόγος) αποστολή.
Α ναι, μέσα στο διαστημόπλοιο, όταν μένει μόνο του το πτώμα του predator, σκάει μύτη από τα σωθικά του ένα γλοιώδες πράσινο alien… hint, hint, έρχεται και sequel!

Όπως καταλαβαίνετε, την ταινία δε θέλω να την ξαναδώ (ούτε και τη συνέχειά της) και χάρηκα πολύ που τη βαθμολόγησα με άσσο στο imdb.

Camping (1957)

Είχα αρκετό καιρό να δω ξένη ταινία σε DVD και σήμερα το βράδυ διάλεξα μία στην τύχη, που δεν είχα ξαναδεί.

Η ταινία Camping (1957) σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι μας διηγείται τις περιπέτειες τριών νεαρών (αδελφός, αδελφή και αρραβωνιαστικός) κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής τους στην εξοχή.  Στο μέρος όπου θα κατασκηνώσουν το απόγευμα, θα διαπιστώσουν (το επόμενο πρωί) ότι είναι χώρος στρατιωτικών ασκήσεων. Θα περιπλανηθούν, στη συνέχεια, στο δίπλα χωριό και στην ευρύτερη περιοχή όπου, μεταξύ άλλων, θα συναντήσουν και λαθρεμπόρους, αλλά από ουσία (=υπόθεση) niente!

Όπως καταλαβαίνετε, δε μπορώ να πω ότι μου άρεσε, το αντίθετο μάλιστα.  Είναι μια ταινία “δρόμου” (με την έννοια της περιπλάνησης και της αλλαγής τόπων), αλλά δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο για να με τραβήξει να την ξαναδώ κάποτε.  Βαρέθηκα ήδη από την πρώτη μισή ώρα και λογικά δε θα συγκαταλέγεται καν στις, έστω και λίγο, αξιόλογες ταινίες της ιταλικής παραγωγής.  Καλύτερα να έβλεπα κάποια από τις αντίστοιχες ελληνικές ταινίες του 1957.

Οι απάχηδες (Les Apaches) στον κινηματογράφο

Αφορμή γι’ αυτό το άρθρο είναι η ελληνική ταινία του 1950 “Οι απάχηδες των Αθηνών” με τους Λάμπρο Κωνσταντάρα, Φραγκίσκο Μανέλλη, Μίμη Φωτόπουλο, Άννα Καλουτά (και με τον Αιμίλιο Βεάκη στο ρόλο του ταβερνιάρη). Επειδή δεν καταλάβαινα τι ήταν οι “απάχηδες“, έψαξα λίγο και βρήκα ότι υπάρχει ακόμη μία ταινία (τουλάχιστον), του βωβού κινηματογράφου και αμερικανική αυτή τη φορά, με τίτλο “The Apaches of Paris“, η οποία γυρίστηκε το 1915.

Με τον όρο λοιπόν “απάχηδες” ονομάζονται όλοι εκείνοι οι περιθωριακοί φτωχοδιάβολοι των μεγαλουπόλεων που ζουν μεταξύ νομιμότητας και (κυρίως) παρανομίας, με μικροκλοπές και ληστείες, με νταηλίκι και δολοφονίες, αλλά και με το δικό τους κώδικα συμπεριφοράς. Ειδικά στο Παρίσι, όπου πρωτοχρησιμοποιήθηκε ο όρος, ήταν γνωστοί για τη βιαιότητά τους και, γι’ αυτό, πήραν το όνομα “Les Apaches από την ινδιάνικη φυλή των Apache.

Την αμερικανική ταινία δεν την έχω δει φυσικά και στο imdb τα στοιχεία που υπάρχουν γι’ αυτήν είναι ελάχιστα.  Στην ελληνική έκδοση από την άλλη μεριά, τα πράγματα είναι πιο… φυσιολογικά, θα έλεγα. Ήταν και η εποχή που δεν επέτρεπε ελευθεριότητες κι έτσι η υπόθεση αφορά σε ένα ρομάντζο, όπου βοηθούν όπως μπορούν και οι φίλοι (απάχηδες) του νέου.  Τυπικά πράγματα δηλαδή για τον ελληνικό κινηματογράφο.

Υστερόγραφο:
Αν η ιστορία θυμίζει κάπως τις διάφορες κινηματογραφικές εκδόσεις της ιστορίας του Ουγκό “Οι Άθλιοι” (προσωπικά προτιμώ την έκδοση του 1958 με το Jean Gabin,  “Les misérables“), είναι μάλλον γιατί όσο κι αν περνάει ο καιρός, κάποια πράγματα δεν αλλάζουν.

κριτική: The sum of all fears (2002)

Τυπική θερμοπολεμική χολιγουντιανή ταινία που, ευτυχώς, μέχρι σήμερα δεν την είχα δει.  Δυστυχώς όμως σήμερα έχασα το χρόνο μου και την παρακολούθησα, κυρίως λόγω του καστ της (Ben Affleck, Morgan Freeman) και, για εκδίκηση, θα γράψω τη γνώμη μου.

Έχει απ’ όλα: έρωτα (αν και απλά για ξεκάρφωμα), πολιτική, κατασκοπεία, πόλεμο, αμερικανικό “ποδόσφαιρο” και, κυρίως, πολύ πατριωτισμό (σύμφωνα με το νέο αμερικανικό τρόπο ζωής): και σημαία, και ύμνο, και, πάνω από όλα, πρόεδρο!

Αποτυγχάνει όμως στις λεπτομέρειες (π.χ. σενάριο, αν και η αρχική ιδέα της πρόκλησης πολέμου μεταξύ των υπερδυνάμεων από κάποιους τρίτους είναι καλή) και, εμένα τουλάχιστον, μου θύμισε ελληνική βιντεοταινία της δεκαετίας του 80 με ηθικοπλαστικό μήνυμα (εμείς καλοί, ωραίοι, αποφασιστικοί, με πυγμή, με γκρίζους κροτάφους και θεληματικό πηγούνι, αυτοί κακομοίρηδες, παραπλανημένοι και ταλαίπωροι) και λυπάμαι που το imdb δε δίνει δυνατότητα για στρογγυλό μηδενικό. Εδώ που τα λέμε όμως, τόσα εφέ έναν άσσο τον άξιζαν και με τόσο τη βαθμολόγησα.

Η μόνη δικαιολογία που βρίσκω για το σκηνοθέτη (που μας έδωσε και τις ταινίες Field of Dreams (1989) και Sneakers (1992)) και τους άλλους συντελεστές να φτιάξουν μια τόσο εξόφθαλμα ηλίθια ταινία, είναι η βιασύνη του χόλιγουντ να παρουσιάσει τη δική του απάντηση στην επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

Αφήστε δε…

… που τελικά δε μάθαμε και ποιος πηδάει την Έλενα Ρίζκοφ! 😉

Ταινίες για την Ασιατική μαφία (Yakuza, Triads, etc.)

Το άρθρο αυτό προέκυψε από ένα κουίζ της xMovies, όπου αναζητούσαμε

ταινίες όπου συμμετέχουν Ασιάτες γκάγκστερς ή μαφιόζοι και γίνεται αναφορά στις σχετικές οργανώσεις, οικογένειες, συμμορίες.

Η αλήθεια είναι ότι ίσως στο συγκεκριμένο είδος να μην έχουμε εντρυφήσει εμείς οι Ευρωπαίοι τόσο πολύ ή να μην έχουμε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για την “κίτρινη” μαφία όσο έχουμε για την ιταλική ή (κυρίως) για όλα τα παρακλάδια της αμερικανικής… ποιος ξέρει…

Έκανα λοιπόν μια μικρή αναζήτηση για τις ανάγκες του κουίζ και θεωρώ καλό να αναφέρω κι εδώ τι βρήκα. Στο κάτω κάτω, μπορεί να βοηθήσω κάποιους που θα ψάχνουν να βρουν ταινία να δουν ένα βράδυ (ή να οργανώσουν π.χ. ένα μαραθώνιο προβολής ταινιών με θέμα την ασιατική μαφία).

Μια χρήσιμη σελίδα σχετικά με τις ταινίες που αναφέρονται στη Yakuza (γιαπωνέζικη μαφία) είναι το σχετικό λήμμα της wikipedia. Για τις κινέζικες Τριάδες (του Χονγκ Κονγκ) υπάρχει επίσης αρκετή φιλμογραφία ενώ, αντίθετα, δε βρήκα πολλά πράγματα για την κορεατική μαφία.

Το σίγουρο είναι πως οι ταινίες με Ασιάτες μαφιόζους είναι κατά τι σκληρότερες (πιο ωμές ίσως) από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές ή αμερικανικές (α ναι, το παρακλάδι της κινέζικης μαφίας στην Αμερική λέγεται Tong).

Ραδιοφωνικές μεταδόσεις ελληνικών ταινιών

Παρακολουθώ τώρα, εκ του μακρόθεν, μια και η τηλεόραση βρίσκεται εκτός του χώρου όπου βρίσκομαι, την ταινία “Φτώχεια και αριστοκρατία” (πιο γνωστή ως “Στουρνάρα 288“) και, παρ’ όλο που δεν τη βλέπω, την ευχαριστιέμαι στον ίδιο βαθμό.

Το πείραμα αυτό το είχα κάνει και πιο παλιά, παίρνοντας ένα από τα DVD της συλλογής μου και αποθηκεύοντας μόνο τον ήχο της ταινίας σε ένα mp3 αρχείο, το οποίο στη συνέχεια έβαλα να παίζει, ενώ δούλευα στον υπολογιστή.

Έχω λοιπόν μια πρόταση για τους ραδιοφωνικούς σταθμούς σε όλη την Ελλάδα:

Γιατί δεν καθιερώνετε μία εβδομαδιαία (ή ακόμη και κάθε 2-3 ημέρες) δίωρη ζώνη μετάδοσης ελληνικών ταινιών;

    Οι πιο πολλές ελληνικές ταινίες είναι ήδη πασίγνωστες στο κοινό και η μετάδοσή τους από το ραδιόφωνο θα κάνει πολλούς ανθρώπους να τις παρακολουθήσουν με άλλο “μάτι”… ή μήπως θα έπρεπε να γράψω καλύτερα “αυτί”;

    Σκεφτείτε το, τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας κίνησης φαίνονται να είναι αρκετά και το δικαίωμα ραδιοφωνικής μετάδοσης θα μπορεί να καθοριστεί ανάλογα με το αντίστοιχο τηλεοπτικό, αν μιλήσουμε για το κόστος. Στο κάτω κάτω, πρόκειται για μία δοκιμασμένη παλαιότερα λύση, όταν η Ελληνική Ραδιοφωνία μετέδιδε θεατρικές παραστάσεις.

    Gegen die Wand – Μαζί ποτέ (2004)

    Είδα με αρκετό ενδιαφέρον τη βραβευμένη ταινία του Φατίχ Ακίν “Gegen die Wand” (2004) [μετάφραση: “μπροστά/απέναντι σε τοίχο”, ελληνικός τίτλος: “Μαζί ποτέ“], έχοντας αρκετό καιρό να δω ολόκληρη κάποια ταινία που δεν είχα ξαναδεί πιο μπροστά.

    Σε γενικές γραμμές μπορώ να πω ότι μου άρεσε, ίσως επειδή, λόγω κάποιων κριτικών που είχα διαβάσει πιο παλιά (3-4 χρόνια πριν), την περίμενα αρκετά πιο σκοτεινή (τόσο σε εμφάνιση/εικόνες, όσο και σε συναισθήματα). Τελικά, επαληθεύτηκε ακόμη μια φορά η άποψη που λέει: “μην περιμένεις από τους άλλους να σου πουν τι είδαν, καλύτερα να δεις μόνος σου το ίδιο πράγμα”.

    Αυτή ακριβώς η “σκοτεινιά”, και ειδικά η σκηνή του ξυλοδαρμού της πρωταγωνίστριας στο σκοτεινό σοκάκι, μ’ έκανε αρχικά να θυμηθώ την ταινία “Irréversible” (2002) [ελληνικός τίτλος: “Μη αναστρέψιμος”], για την οποία είχα γράψει πιο παλιά.

    Τελικά, πιστεύω ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου αν γράψω ότι έχει περισσότερες ομοιότητες με την ταινία “Breaking the waves” (1996) [ελληνικός τίτλος: “Δαμάζοντας τα κύματα”].

    Κατ’ αρχήν, είναι ο τρόπος σύνδεσης των διαφόρων “επεισοδίων”, ο οποίος στην “Breaking the waves” ήταν διάφοροι “ζωντανοί” πίνακες, ενώ στην “Gegen die Wand” είναι κάποια τραγούδια που παίζει και τραγουδάει ένα συγκρότημα (με φόντο την Αγιά Σοφιά, αν δεν κάνω λάθος — ας μην αρχίσω να γράφω τώρα για την υπερηφάνια κάποιου λαού για ένα σύμβολο ξένου πολιτισμού που βρίσκεται στα μέρη που ζει).

    Κατά δεύτερο (σημαντικότερο) λόγο, είναι η πορεία προς την κάθαρση/λύτρωση που ακολουθούν και στις δύο ταινίες οι πρωταγωνίστριες όταν αυτός που αγαπούν είναι σε κώμα (στην πρώτη) ή στη φυλακή (στη δεύτερη).

    Το καλό (και η διαφορά) εδώ είναι ότι το τέλος είναι πιο αισιόδοξο.

    Αρέσει σε %d bloggers: