Οι απάχηδες (Les Apaches) στον κινηματογράφο

Αφορμή γι’ αυτό το άρθρο είναι η ελληνική ταινία του 1950 “Οι απάχηδες των Αθηνών” με τους Λάμπρο Κωνσταντάρα, Φραγκίσκο Μανέλλη, Μίμη Φωτόπουλο, Άννα Καλουτά (και με τον Αιμίλιο Βεάκη στο ρόλο του ταβερνιάρη). Επειδή δεν καταλάβαινα τι ήταν οι “απάχηδες“, έψαξα λίγο και βρήκα ότι υπάρχει ακόμη μία ταινία (τουλάχιστον), του βωβού κινηματογράφου και αμερικανική αυτή τη φορά, με τίτλο “The Apaches of Paris“, η οποία γυρίστηκε το 1915.

Με τον όρο λοιπόν “απάχηδες” ονομάζονται όλοι εκείνοι οι περιθωριακοί φτωχοδιάβολοι των μεγαλουπόλεων που ζουν μεταξύ νομιμότητας και (κυρίως) παρανομίας, με μικροκλοπές και ληστείες, με νταηλίκι και δολοφονίες, αλλά και με το δικό τους κώδικα συμπεριφοράς. Ειδικά στο Παρίσι, όπου πρωτοχρησιμοποιήθηκε ο όρος, ήταν γνωστοί για τη βιαιότητά τους και, γι’ αυτό, πήραν το όνομα “Les Apaches από την ινδιάνικη φυλή των Apache.

Την αμερικανική ταινία δεν την έχω δει φυσικά και στο imdb τα στοιχεία που υπάρχουν γι’ αυτήν είναι ελάχιστα.  Στην ελληνική έκδοση από την άλλη μεριά, τα πράγματα είναι πιο… φυσιολογικά, θα έλεγα. Ήταν και η εποχή που δεν επέτρεπε ελευθεριότητες κι έτσι η υπόθεση αφορά σε ένα ρομάντζο, όπου βοηθούν όπως μπορούν και οι φίλοι (απάχηδες) του νέου.  Τυπικά πράγματα δηλαδή για τον ελληνικό κινηματογράφο.

Υστερόγραφο:
Αν η ιστορία θυμίζει κάπως τις διάφορες κινηματογραφικές εκδόσεις της ιστορίας του Ουγκό “Οι Άθλιοι” (προσωπικά προτιμώ την έκδοση του 1958 με το Jean Gabin,  “Les misérables“), είναι μάλλον γιατί όσο κι αν περνάει ο καιρός, κάποια πράγματα δεν αλλάζουν.

Τα επαγγέλματα στους τίτλους των ελληνικών ταινιών

το άρθρο μεταφέρθηκε σε καινούρια διεύθυνση: Τα επαγγέλματα στους τίτλους των ελληνικών ταινιών

Τίτλοι αρχής και τέλους

Συνήθως οι τίτλοι αρχής και τέλους των κινηματογραφικών ταινιών δεν τραβούν το ενδιαφέρον μας, είτε επειδή θεωρούμε ότι αυτό που μετράει στην ταινία είναι ό,τι διαδραματίζεται εντός αυτής, είτε επειδή γνωρίζουμε ήδη τους βασικούς συντελεστές (δηλαδή τους πρωταγωνιστές, άντε και το/η σκηνοθέτη), ή ακόμη κι επειδή οι τίτλοι είναι δυσανάγνωστοι ή προχειροφτιαγμένοι.

Έτσι χάνουμε την ευκαιρία να προσέξουμε πληροφορίες που, παρ’ όλο που δεν είναι σημαντικές για την παρακολούθηση της ταινίας, θα ήταν ικανές να μας κάνουν να την προσέξουμε καλύτερα. Για παράδειγμα, πόσοι/ες γνωρίζουν ότι ο Salvador Dali [1] και ο Σάββας Ξηρός [2] (της 17Ν) συμμετείχαν στη δημιουργία κάποιας ταινίας ή ποιος [3] διαμόρφωνε τους χώρους όπου γυρίζονταν τα μιούζικαλς της Φίνος φιλμ (εκτός του ότι ήταν ο Γιάννης Δαλιανίδης που σκηνοθετούσε και ο Μίμης Πλέσσας που έγραφε τη μουσική);

Ο ελληνικός κινηματογράφος έχει να δείξει αρκετά διαφορετικά στιλ, όλα αυτά τα χρόνια που παράγει ταινίες, που θα τα ταξινομούσα κυρίως σε τέσσερις κατηγορίες.

Στην πρώτη κατηγορία είναι οι ταινίες που παράγονται μετά τον πόλεμο και πριν τη χούντα. Προσεγμένοι τίτλοι, καλλιγραφικά γράμματα και πολυτονικό σύστημα.

Ακολουθεί η περίοδος που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση των πρώτων εγχρώμων ταινιών (αν δεν κάνω λάθος, το 1963). Τώρα κυριαρχούν τα μιούζικαλς (και ο Φώσκολος). Έντονα χρώματα, μεγάλο μέγεθος γραμμάτων (και συνήθως κεφαλαία), ακόμη και “χίπικες” γραμματοσειρές.

Γύρω στα τέλη του ’70 ξεκινούνε οι βιντεοταινίες. Η μαζική παραγωγή, μαζί με τα υποτυπώδη σενάρια και τις σκηνοθεσίες (και ερμηνείες) της κακιάς ώρας, αποτυπώνεται και στους τίτλους. Τώρα πλέον παράγονται ηλεκτρονικά, με νέα μηχανήματα, οι γραμματοσειρές απλοποιούνται, τα γράμματα μικραίνουν κι εμφανίζονται και χοντρά ορθογραφικά λάθη!

Ο νέος ελληνικός κινηματογράφος έχει πιο απλό στιλ. Κυριαρχεί το μαύρο φόντο, τα γράμματα είναι κυρίως λευκά και πεζά, οι γραμματοσειρές πιο προσεγμένες. Αν δεν κάνω λάθος, στις ταινίες αυτής της περιόδου είναι που εμφανίζονται και οι τίτλοι τέλους, όπου αναφέρονται συνήθως ΟΛΟΙ, μα όλοι, όσοι συνεργάστηκαν στην ταινία.

Αναφορές:
———-

  1. “Spellbound” (1945) του Alfred Hitchcock
  2. “Πες στη Μορφίνη ακόμη την ψάχνω” (2001) του Γιάννη Φάγκρα
  3. Μάρκος Ζέρβας