Κριτική: The Creature Wasn’t Nice / Naked Space (1981 ή 1983)

Είδα χθες το βράδυ την ταινία The Creature Wasn’t Nice / Naked Space (1981) και αναρωτιέμαι γιατί το «εξωγήινο πλάσμα» δεν τους έφαγε όλους από την αρχή (ηθοποιούς, συνεργείο και παραγωγή) για να γλυτώσει ο ανύποπτος θεατής από αυτό το έκτρωμα.

Κάτι ανάμεσα σε παρωδία και μιούζικαλ (θα ήθελε να είναι), με μπόλικα ξεφωνητά και τίποτε ουσιαστικό να προσφέρει.

Το μόνο που μπορώ να υποθέσω πως γυρίστηκε αμέσως μετά την κωμωδία Airplane! (1980) με στόχο να εκμεταλλευθεί την επιτυχία της.

Αν και στη σελίδα της ταινίας στο imdb αναφέρεται ότι η ταινία είναι του 1981, στους τίτλους τέλους γράφει 1983. Δεν παίζει ρόλο η χρονιά, αποφύγετέ την πάση θυσία. Καλύτερα να δείτε συζήτηση πολιτικών στην τηλεόραση.

κριτική: Alien vs predator (2004)

Αν έχετε σκοπό να δείτε την ταινία και δε θέλετε να μάθετε το τέλος της, σταματήστε να διαβάζετε εδώ. Δείτε την πρώτα και μετά διαβάστε και τις δικές μου εντυπώσεις, αφήνοντας και κανένα σχόλιο (αν θέλετε).

Αν θέλετε να γλυτώσετε ένα δίωρο από τη ζωή σας, κάνοντας κάτι καλύτερο (ό,τι και να κάνετε καλύτερο θα είναι), μπορείτε να αποφύγετε αυτήν την ταινία, επενδύοντας λιγότερο από 5 λεπτά στην ανάγνωση των παρακάτω…

Εν ολίγοις, ο μόνος λόγος που βρίσκω για να δει κάποιος αυτήν την ταινία είναι τα οπτικά εφέ, που δεν είναι δα και πολύ εντυπωσιακά ή πρωτοποριακά. Σοβαρή υπόθεση ή ερμηνείες δεν έχει και θα βαρεθείτε περιμένοντας να τελειώσει παρακολουθώντας ανούσιες μάχες.

Η ταινία λοιπόν βασίζεται σε δύο ήδη γνωστούς χαρακτήρες. Του alien, που γνωρίζουμε ήδη από την ομώνυμη σειρά ταινιών με τη Σιγκούρνι να το αντιμετωπίζει αρχικά και να το γεννάει στη συνέχεια, και του predator, που γνωρίζουμε επίσης από την κλασσική πια μονομαχία με το “governator” Άρνολντ, από τον οποίο πήρε ένα μάθημα (αφού όμως πρώτα του ξεπάστρεψε την ομάδα και τον θύμωσε).

Παίζουν και κάποιοι άνθρωποι, κυρίως στο πρώτο μισό, καθώς ένας ένας (πλην μιας) γίνονται παιχνιδάκια στα χέρια των δύο βασικών μονομάχων και τελειώνουν το ρόλο τους ένδοξα.

Για να υπάρχει δε μεγαλύτερη αγωνία (και διάρκεια ταινίας), τόσο το alien, όσο και ο predator, κυκλοφορούν σε αρκετά αντίτυπα και αλληλοσκοτώνονται (έχοντας και τους ενοχλητικούς ανθρώπους στα πόδια τους), με το alien από τη μία μεριά να εκτοξεύει πράσινα υγρά και όξινα σάλια, ενώ από την άλλη ο predator, πιο ανθρωπόμορφος, χρησιμοποιεί διάφορα εργαλεία-όπλα και συμμαχεί στο τέλος με τη μοναδική επιζήσασα (από τους ανθρώπους).

Επίλογος: το κακό alien (το ένα που έμεινε ζωντανό μετά την εντυπωσιακή έκρηξη) πνίγεται στα βάθη της πολικής θάλασσας (χωρίς όμως να σιγουρευόμαστε ότι ψόφησε), ο άσχημος predator πεθαίνει ηρωικά και τον παίρνουν οι άλλοι predators στο διαστημόπλοιό τους (που εμφανίζεται ξαφνικά από το πουθενά) και φεύγουν (;) αφήνοντας μόνη την καλή επιζήσασα, ακριβώς δίπλα εκεί που είχε παρκάρει το όχημά της η επιστημονική (που λέει ο λόγος) αποστολή.
Α ναι, μέσα στο διαστημόπλοιο, όταν μένει μόνο του το πτώμα του predator, σκάει μύτη από τα σωθικά του ένα γλοιώδες πράσινο alien… hint, hint, έρχεται και sequel!

Όπως καταλαβαίνετε, την ταινία δε θέλω να την ξαναδώ (ούτε και τη συνέχειά της) και χάρηκα πολύ που τη βαθμολόγησα με άσσο στο imdb.

Ταινίες τρόμου…

Ό,τι ακολουθεί είναι απλά κάποιες σκέψεις και δεν αποτελούν εμπεριστατωμένη κριτική. Αν διαφωνείτε, καλύτερα (γράψτε και κανένα σχόλιο).

Τρίτη βράδυ και η τηλεόραση είχε δύο ταινίες που χαρακτηρίζονται ως ταινίες τρόμου: το remake του “Psycho” (που δεν το είδα ολόκληρο επειδή δεν είχα και πολλή όρεξη) και το “Talos the mummy” (άγνωστο κατά τ’ άλλα, που επίσης δεν είδα ολόκληρο επειδή κοιμήθηκα). Αυτό που θέλω όμως να σχολιάσω είναι η γενικότερη προσέγγιση που ακολουθείται γενικά από τους σκηνοθέτες ταινιών αυτού του στυλ.

Συνήθως λοιπόν αυτές οι ταινίες ξεκινούν όλο χαρά: είτε πρόκειται για αμερικανούς κολεγιοπαίδες ή για ανύποπτους αρχαιολόγους που ανακαλύπτουν έναν τάφο στις ερήμους της Αιγύπτου, όλα ξεκινάνε μέσα στην καλή χαρά. Μου αρέσει μάλιστα που συνήθως και το σενάριο είναι ενδιαφέρον με χρήσιμες πληροφορίες. Κυριαρχεί μια καλοκαιρία επίσης και μια χαρούμενη διάθεση καθώς συνήθως ετοιμάζονται για πάρτυ ή για τη μεγάλη ανακάλυψη.

Σ’ αυτό μάλλον βοηθάει και η άποψη του θείου Alfred Hitchcock, που όταν τον ρώτησε ο Bernard Herrmann (ο συνήθης συνθέτης των ταινιών του A.H. — κάτι σαν Δαλιανίδης-Πλέσσας) για το είδος της μουσικής με την οποία θα ξεκινούσε μία ταινία τους (και ο ίδιος θα ξεκινούσε με μια μάλλον καταθλιπτική μελωδία), ο A.H. του ζήτησε η μουσική να είναι χαρούμενη και να μην προδιαθέτει _με_τίποτε_ το θεατή για ό,τι θα ακολουθούσε.

Κάποια στιγμή λοιπόν, αφού έχει σκοτεινιάσει πια, αρχίζουν τα περίεργα, οι εξαφανίσεις και οι υπόκωφοι θόρυβοι. Μετά, ανάλογα με τη διάθεση του σκηνοθέτη και τα τεχνικά μέσα που υπάρχουν, αρχίζει ο τρόμος (ή ο “τρόμος”). Αυτό μπορεί να σημαίνει λουτρό αίματος με πολλούς κουβάδες σιροπιού ή ντοματοχυμού, αλλά μπορεί και να σημαίνει, στα λεγόμενα ψυχολογικά θρίλλερ, ένα _τρομερό_ παιχνίδι με τις αισθήσεις (το ξέρετε ότι αν, ενώ βλέπετε την ταινία, κλείσετε τον ήχο, τότε το θρίλλερ χάνει όλη του την “τρομεράδα”).

Από εκεί και μέχρι την τελική λύτρωση, εξαρτάται από εμάς που το βλέπουμε το πόσο θα τρομάξουμε.

Προσωπικά τώρα, νομίζω ότι οι πιο επιτυχημένες είναι αυτές που παίζουν με το μυαλό και τα αισθήματά μας. Για παράδειγμα, αν δεν κάνω λάθος, η ταινία “Cat people” (η παλιά) σε όλη τη διάρκειά της δεν έδειξε ούτε μία τρομακτική σκηνή, παρά μόνο σκιές και υπόνοιες. Εξαιρετική επίσης ήταν η Bette Davis ως παραμάνα σε μια ταινία που επίσης δε θυμάμαι τον τίτλο (σ’ αυτήν την ηλικία, ε;)

Α ναι, να μην ξεχάσω να αναφέρω πως οδηγίες για το πώς θα αποφύγουμε τον παρανοϊκό δολοφόνο δίνονται κάπου προς το τέλος της ταινίας “Scream” 🙂