Η αρκούδα και το αηδόνι

Τα πολύ παλιά τα χρόνια, τότε που τα δάση ήταν πυκνά και τα ζώα μιλούσαν μεταξύ τους, σε ένα μακρινό δάσος ζούσε μόνη της μία αρκούδα.

Άλλες αρκούδες δε ζούσαν εκεί κοντά, είχαν φύγει από καιρό πια, επειδή το φαγητό ήταν λιγοστό και είχαν μάθει ότι σε κάποιο κοντινό δάσος υπήρχαν ένα σωρό λιχουδιές, που αρκούσε μόνο να σηκώσεις το χέρι σου σε όποιο δέντρο ήθελες κι έβρισκες κάτι να φας.

Έτσι έμεινε μόνη της η αρκούδα μας στο μεγάλο δάσος, μιας και όταν οι άλλες έφυγαν αυτή είχε κοιμηθεί βαριά και δεν τις άκουσε, ενώ αυτές, από ένα λάθος στο μέτρημα, νόμισαν ότι είχαν μαζευτεί όλες και ξεκίνησαν για το άλλο δάσος ξεχνώντας την αυτήν πίσω.

Όταν ξύπνησε αναρωτήθηκε γιατί ήταν μόνη της, φώναξε και τις άλλες, δύο τρεις φορές μάλιστα, αλλά αφού δεν πήρε απόκριση, τι να κάνει, έμεινε εκεί να τις περιμένει να γυρίσουν. Εξάλλου τώρα που είχαν φύγει οι άλλες, αυτή δε θα είχε πρόβλημα να βρει να φάει. Ό,τι υπήρχε στο δάσος της έφτανε και της περίσσευε όσο θα ήταν μόνη και θα τις περίμενε να γυρίσουν. Πέρασαν τα χρόνια όμως και οι άλλες αρκούδες δε γύρισαν πίσω και η αρκούδα μας κυνηγούσε πια μόνη, έπαιζε μόνη και μόνη της γύριζε να κοιμηθεί στη σπηλιά που είχε για σπίτι της.

Μια μέρα, καθώς περίμενε δίπλα στο ποτάμι να περάσει κάποιο ψάρι, άκουσε μία σιγανή και χαρούμενη μελωδία μέσα στα δέντρα και, μιας και είχε βαρεθεί να περιμένει πότε θα πιάσει κάποιο ψάρι, αποφάσισε να πάει να δει από πού ερχόταν αυτή η υπέροχη μουσική. Καθώς περπατούσε και πλησίαζε, η μουσική όλο και δυνάμωνε, μέχρι που έφτασε κάτω από ένα δέντρο στη μέση του δάσους.

Της φάνηκε ότι ήταν πολύ κοντά πια και άρχισε να κοιτάζει τριγύρω, αλλά δεν έβλεπε τίποτε που να μπορούσε να βγάζει αυτή τη γλυκιά μουσική. Ξάπλωσε τότε κάτω από το δέντρο για να ξεκουραστεί και, μόνο τότε, πρόσεξε ένα μικρό καφέ αηδόνι που κρυβόταν ανάμεσα στα πυκνά φυλλώματα και τραγουδούσε.

– Γεια σου, του φώναξε.
– Γεια σου και σένα, αποκρίθηκε το πουλάκι, σταματώντας για λίγο να κελαηδάει.
– Πώς βρέθηκες εδώ; Πρώτη φορά σε βλέπω στο δάσος, είπε η αρκούδα.
– Σήμερα ήρθα, είπε το αηδόνι και ξανάρχισε το τραγούδι.

Έμεινε εκεί η αρκούδα να το ακούει και μάλιστα αποκοιμήθηκε κιόλας από τη γλυκιά μελωδία και πέρασε η ώρα. Όταν ξύπνησε, το αηδόνι είχε σταματήσει και η αρκούδα σκέφτηκε ότι είχε ξεχάσει και να φάει επειδή ένιωσε το στομάχι της να γουργουρίζει!

Την άλλη μέρα, νάτην πάλι κάτω από το δέντρο ξαπλωμένη η αρκούδα και σε ένα κλαδί το αηδόνι να τραγουδάει. Αυτό επαναλήφθηκε και για μερικές μέρες ακόμη και μια μέρα η αρκούδα ρώτησε το αηδόνι:

– Θέλεις να μείνεις για πάντα εδώ; Εγώ θα σου φέρνω να τρως, θα σε προσέχω και θα σου βρίσκω ό,τι χρειάζεσαι κι εσύ μόνο θα τραγουδάς, όπως και σήμερα και χθες και τόσες μέρες τώρα.
– Αυτό δε γίνεται, είπε το αηδόνι. Εμένα μου αρέσει να πετάω και δε μπορώ να μένω για πολύ καιρό σε ένα μέρος.

Την άλλη μέρα, όταν η αρκούδα ξαναπήγε κάτω από το δέντρο, το αηδόνι δεν ήταν εκεί. Ούτε και την άλλη μέρα, ούτε και τις επόμενες. Η αρκούδα όμως συνέχισε να πηγαίνει εκεί κάθε μέρα, με την ελπίδα ότι θα το έβλεπε και θα το άκουγε και πάλι.

Κι αφού δεν το άκουγε, ξάπλωνε κάτω από το δέντρο, έκλεινε τα μάτια της και το άκουγε στα όνειρά της που, τώρα πια, δεν ήταν τόσο άδεια.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: