Οι ξένοι

Και, τότε, φώλιασε πια για τα καλά η καχυποψία στις καρδιές των ανθρώπων. Επειδή είχαν γίνει πολλοί πια στην πόλη και δε γνωρίζονταν μεταξύ τους, άρχισαν να βλέπουν με μισό μάτι τους άγνωστους και τους ξένους στη γειτονιά τους.

Στη γειτονιά τους που έλεγαν ότι ήθελαν να είναι ανοιχτή κι έκαναν γιορτές στο δασάκι προσκαλώντας όλον τον κόσμο. Όμως οι καρδιές τους είχαν πια κλείσει και στις γιορτές μιλούσαν μόνο με αυτούς που ήξεραν ήδη, επειδή δεν είχαν τι να πουν με τους ξένους και τους άγνωστους και τους φαινόταν περίεργο που ερχόταν στις γιορτές τους.

Τι γύρευαν οι ξένοι στη γειτονιά τους; Γιατί τριγυρνούσαν οι άγνωστοι ανάμεσα στα δρομάκια που ένωναν τα σπίτια τους; Τι σκοπούς είχαν;

Τους κοιτούσαν καχύποπτα και μιλούσαν μεταξύ τους χαμηλόφωνα. Και οι γιορτές λιγόστεψαν αφού κανένας δε διασκέδαζε πια. Και οι ξένοι άρχισαν να μην έρχονται πια σε αυτή τη γειτονιά επειδή λιγόστεψαν οι γιορτές. Και οι άνθρωποι δε σχολίαζαν πια τους ξένους, επειδή αυτοί δεν έρχονταν πια σε αυτή τη γειτονιά. Και αφού δε σχολίαζαν τους ξένους, είδαν ότι δεν είχαν τίποτε άλλο να πουν και σταμάτησαν να μιλούν και μεταξύ τους.

Και οι δρόμοι άδειασαν επειδή οι άνθρωποι δε μιλούσαν πια μεταξύ τους. Κι έγιναν και οι ίδιοι ξένοι στη γειτονιά τους. Και, τώρα πια, περπατούσαν πιο γρήγορα για να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να μη χρειαστεί να μιλήσουν με τους ξένους που είχαν γεμίσει τη γειτονιά τους.

Η καχυποψία είχε φωλιάσει πια για τα καλά στις καρδιές των ανθρώπων.


[βασισμένο σε πραγματικό περιστατικό]