… τώρα που λιώνουνε τα χιόνια

Με προσοχή το περπάτημα· κίνδυνοι παντού!

 

Το ποδόσφαιρο της εφηβείας μας

Για χάρη του μικρού ανηψιού «ξέθαψα» σήμερα και πάλι τις 4 ομάδες και το γήπεδο subbuteo, που κρατώ επιμελώς κρυμμένα στη ντουλάπα του χολ. Μαζί τους όμως ξέθαψα περισσότερες αναμνήσεις, από αυτές που κρατώ επιμελώς κρυμμένες στη «ντουλάπα» του μυαλού.
Subbuteo γήπεδο και ομάδες
4 ή 6 πρωταθλήματα (με πλήρες πρόγραμμα 2 γύρων) είχαμε οργανώσει, εκείνα τα χρόνια του σχολείου, μία παρέα με μεταβαλλόμενο αριθμό μελών και κάθε Κυριακή πρωί ή μεσημέρι βρισκόμασταν σε διαφορετικό γήπεδο-σπίτι, όπου γινόταν όλοι οι αγώνες των επόμενων 2 ή 3 αγωνιστικών, σύμφωνα με το πρόγραμμα.
Ήμασταν από τους τυχερούς, αφού και μπάλα με τα πόδια παίζαμε στο σχολείο ή στο πάρκο, χωρισμένοι σε ομάδες, αλλά και βρισκόμασταν σε σπίτια φίλων για αγώνες δεξιοτεχνίας με τα χέρια, ατομικά σε αυτήν την περίπτωση.
Ξέρω ότι κάπου έχω κρατήσει και τα αποτελέσματα των αγώνων αυτών των πρωταθλημάτων· όταν τα ξαναβρώ, θα τα βάλω κι αυτά μαζί με τις ομάδες και το γήπεδο.
Τόσα χρόνια μετά, η τότε παρέα δε συναντιέται πια, αλλά οι παίκτες των ομάδων είχαν ξανά την ευκαιρία να πατήσουν γήπεδο.

Τα δέντρα που αγκαλιάζουν τα σίδερα

Στην αυλή ενός σχολείου της Καβάλας υπάρχουν δύο δέντρα που αγκαλιάζουν τα σίδερα της περίφραξης.
Εξέλιξη.

Τα προσωπικά δεδομένα πριν από 60 χρόνια

Είναι γνωστό ότι οι εφημερίδες, πριν από αρκετά χρόνια, δε δίσταζαν να δημοσιεύσουν ονοματεπώνυμα, ηλικίες και διευθύνσεις κατοικίας όσων συλλαμβάνονταν να παρανομούν.
Όλων; Όχι βέβαια!
Όπως διαβάζω σε μία είδηση σε εφημερίδα του 1952 («Η Πρωινή», Καβάλα, 12 Σεπτεμβρίου), από τον κανόνα αυτό της δημόσιας διαπόμπευσης φαίνεται ότι εξαιρούνται οι πλούσιες κυρίες.

Αποχαιρετισμός στο 2016

Τα άδεια, τρομαγμένα μάτια,
σε πρόσωπα άσπρα από τη σκόνη,
των παιδιών που έζησαν τον πόλεμο.
Δεν τα ξεχνάω.

Χαμόγελο

Αυτό το χαμόγελο τ’ αληθινό.
Και πόσο πικρό συνάμα.

Πρωινός καφές

Στα αριστερά μου κάποιος διαβάζει, έστω και στο τάμπλετ. Απέναντι ένας, νεαρός, διαβάζει εφημερίδα.
Στα δεξιά μου κυριαρχεί μία παρέα τεσσάρων ατόμων με συζήτηση διανθισμένη με κλισέ ατάκες επιπέδου «τα καλύτερα του φουμπού» και συνολικού άι-κιου γύρω στο 150. Τώρα που έφυγε προσωρινά η μία, το άι-κιου ξαφνικά σα να αυξήθηκε.
Είναι μία από τις λίγες στιγμές που εκτιμώ τη φασαρία του περιβάλλοντος.
Δεν είμαι σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, αλλά κι αυτά βγαλμένα από τη ζωή είναι.

Καρχαρίας στην Κεραμωτή (1957)

60 χρόνια πριν δεν ήταν λίγες οι δημοσιεύσεις άρθρων στις τοπικές εφημερίδες της Καβάλας για εμφάνιση καρχαριοειδών στη θαλάσσια περιοχή του κόλπου της Καβάλας.
Ανάλογα άρθρα διάβασα και στις δύο τοπικές εφημερίδες, Πρωινή και Ταχυδρόμο. Αγνοώ την αιτία αυτών των συχνών εμφανίσεων.

Αφιερωμένο εξαιρετικά σε μια ψυχή που ακούει. Aκόμη…

Ώρες ώρες ανοίγω πάλι το ραδιόφωνο, όχι το ψηφιακό, αυτό με την κεραία, και προσπαθώ να βρω αγαπημένες μουσικές, ρυθμούς και φωνές. Στρίβω το κουμπί στο πλάι μέχρι που διασχίζει όλο το φάσμα των συχνοτήτων και ξαναρχίζει την αντίστροφη διαδρομή.

Τότε είναι που θυμάμαι τα παλιά χρόνια που, παρέα με ένα άλλο ραδιόφωνο, πιο μεγάλο σε μέγεθος, διέσχιζα και πάλι τους ίδιους δρόμους. Όχι μόνο στα FM, αλλά και στα μεσαία και στα βραχέα κύματα, όπου ήταν ακόμη πιο σπάνιο να ακούσεις εκπομπή στα ελληνικά· δε με ένοιαζε όμως πολύ καθώς σταματούσα στον πρώτο σταθμό που ακουγόταν κάπως υποφερτά, παρά τα παράσιτα. Και αφού δοκίμαζα όλα τα κόλπα για καλύτερη λήψη, όταν την πετύχαινα, έμενα εκεί για όση ώρα διαρκούσε εκείνη η παράξενη μουσική με τα λόγια που δεν καταλάβαινα σχεδόν ποτέ.

Και μετά άλλαζα και πάλι μπάντα και σταθμούς μέχρι να βρω και πάλι κάτι που μου άρεσε. Και κρατούσε ώρες, καμιά φορά, αυτή η βόλτα. Πολλές φορές και μετά τα μεσάνυχτα, με το ραδιοφωνάκι κάτω από το μαξιλάρι και το δάχτυλο έτοιμο να μετακινήσει τη βελόνα σε νέα συχνότητα.

Ήταν η εποχή που δε μπορούσες να αποθηκεύσεις τους σταθμούς σε μνήμες και έπρεπε να θυμάσαι τις συχνότητες όσων σου άρεσαν περισσότερο για να ξανασυντονίζεσαι και να τους ακούς. Και να θυμάσαι και τις ημέρες και τις ώρες που είχαν συγκεκριμένες εκπομπές για να ακούσεις ό,τι καινούριο είχαν να ανακοινώσουν ή να αναγγείλουν.

Καινούρια τραγούδια από νέους δίσκους, διαγωνισμούς και τηλεφωνικές αφιερώσεις, τις περισσότερες φορές «αμένσιοτες» (όπως συνηθίσαμε να λέμε τώρα τελευταία εξαιτίας του twitter), να προσπαθείς να καταλάβεις ποιος αφιερώνει σε ποια και το αντίστροφο (καθώς ήμασταν και συγκεκριμένο κοινό στις περισσότερες εκπομπές αυτοί που ακούγαμε και συμμετείχαμε — τηλεφωνικά).

Και άρχιζαν πάλι τα παράσιτα, είτε επειδή η λήψη δεν ήταν τόσο δυνατή ή επειδή ο διπλανός σταθμός έκανε εκπομπή πολύ κοντά σε αυτόν που άκουγες και τον τάπωνε, με αποτέλεσμα να συνυπάρχουν στο ίδιο τραγούδι οι ρόλινγκ στόουνς με το Στέλιο Καζαντζίδη κι εσύ να αρχίζεις πάλι να μετακινείς την κεραία για να καθαρίσει το σήμα.

Και, πριν τελειώσει το τραγούδι, ακουγόταν και πάλι ο εκφωνητής επειδή το τραγούδι ήταν καινούριο και δεν ήθελε να το ηχογραφήσει άλλος κι εσύ χαιρόσουν που δεν είχες πατήσει το «ρέκορντ», επειδή ήξερες ότι θα μιλήσει στη μέση ή στο τέλος. Ή έβριζες επειδή την πάτησες και γυρνούσες την κασέτα πίσω, στο τέλος του προηγούμενου τραγουδιού, για να προσπαθήσεις να γράψεις το επόμενο…

Και σήμερα, λοιπόν, έκανα την αγαπημένη μου βόλτα στα ερτζιανά και, αν λυπάμαι για κάτι, είναι που δε μπορώ να ξαναγυρίσω στο παρελθόν, «σ’ εκείνα τα χρόνια», για να ξανακούσω εκείνες τις εκπομπές που είχα ηχογραφήσει.

Τουλάχιστον μέχρι να ξανακούσω τις παλιές μου κασέτες!

Και να τις μετατρέψω σε mp3. 😉

Ονειρέψου ότι πετάς

«Ονειρέψου ότι πετάς», διάβασε κάπου. Και άρχισε να ονειρεύεται.

Δεν περπατούσε πια στη γη, άρχισε να απομακρύνεται από το έδαφος, μέχρι που πέρασε πάνω από ένα δέντρο πρώτα και μετά πάνω από ένα ψηλό σπίτι.

«Τι ωραία που είναι», σκέφτηκε. Ζήλευε τα πουλιά που είχαν μάθει να ζουν έτσι.

Μετά όμως σκέφτηκε ότι τα πουλιά περπατούσαν μόνο όταν έψαχναν να φάνε κάτι από το έδαφος, δεν ήξεραν να τρέχουν, δεν ήξεραν να πηδούν, δεν ήξεραν τα περισσότερα να κολυμπούν.

Ένιωσε τότε ότι καλά ήταν και στο έδαφος και κατέβηκε πάλι χαμηλά, μέχρι που πάτησε και πάλι κάτω. Δε σταμάτησε να ονειρεύεται, η φαντασία είχε δώσει φτερά στο μυαλό και η καρδιά ακολούθησε.

Από τότε, όποτε έβλεπε ένα πουλί να πετάει κάπου κοντά, το ακολουθούσε με τα μάτια μέχρι που αυτό χανόταν στον ουρανό. Μετά αναλάμβανε και πάλι η φαντασία να συμπληρώσει το ταξίδι.