Νοσοκομείο

Μεγάλη εβδομάδα.

Κυριακή των βαΐων. Επείγοντα, εξετάσεις και πρώτη εισαγωγή για νοσηλεία, όχι για COVID-19. Σχετικά καλά, εξιτήριο τη Μεγάλη Τρίτη.

Μεγάλη Τρίτη. Λίγο μετά το εξιτήριο, επείγοντα, άλλες εξετάσεις και η δεύτερη εισαγωγή, πάλι για μη COVID-19 λόγο· παραλίγο μάλιστα να συναντηθούν οι δυο τους εκεί, στις δύο κλινικές στον ίδιο όροφο. Σχετικά καλά, εξιτήριο τη Μεγάλη Τετάρτη.

Μεγάλη εβδομάδα, των Παθών.

Στην αναμονή, σκόρπιες σκέψεις. Σε όλον τον κόσμο, ο κορωνοϊός στην πρώτη σειρά, εμείς για άλλους λόγους. Ποικιλία. Μπαίνουμε, βγαίνουμε, πάμε και ξαναγυρνάμε. Συμβαίνουν, γεγονότα, δεν μπορείς να τα αγνοήσεις. Τα δέχεσαι και προχωράς. Πας παρακάτω.

Μεγάλη εβδομάδα, των Παθών και προσδοκούμε επαναφορά, ηρεμία, υγεία κυρίως.

Καλή Ανάσταση! Για όλους, για τον κάθε άνθρωπο όπως την εννοεί.

Εικόνα

Μία εικόνα μου έχει μείνει από εκείνο το απόγευμα.

Εμείς είχαμε καθίσει, μια παρέα, γύρω από ένα τραπεζάκι, πίνοντας τους καφέδες μας και συζητώντας για την εκδήλωση που προγραμματίζαμε. Είχαμε, μάλιστα, αρκετά θέματα για τα οποία έπρεπε να παρθούν αποφάσεις και ο χρόνος πίεζε.

Εσύ καθόσουν, χωρίς παρέα, σε διπλανό τραπεζάκι, πλάτη σε εμάς και μέτωπο προς τη λιμνούλα. Δε σε είχα προσέξει στην αρχή· η συζήτησή μας απαιτούσε την αμέριστη προσοχή μας.

Σε πρόσεξα, τυχαία, κάποια στιγμή. Κυρίως, λόγω της έλλειψης κίνησης. Τράβηξε το βλέμμα μου ακριβώς αυτό. Ήταν λες και είχε σταματήσει ο χρόνος, αν και η ζωή συνεχιζόταν ομαλά.

Διάβαζες.

Διάβαζες σα να μην υπήρχε γύρω σου τίποτε άλλο και, για λίγη ώρα, δεν υπήρχε και γύρω μου τίποτε άλλο. Σα να με μαγνήτισε η εικόνα σου και ξέχασα και τη συζήτηση με την παρέα και όλα τα άλλα. Ένας παρατηρητής που ταξιδεύει, στο χώρο, στο χρόνο, δεν ξέρω, στις σκέψεις.

«Ε, τι σκέφτεσαι;», μου φώναξε ο διπλανός μου. Επέστρεψα.

Σήκωσα τη φωτογραφική μου μηχανή, σε σημάδεψα και κράτησα την εικόνα σου για πάντα.

Η φωτογραφία, χρόνια μετά, δεν ξέρω πια πού βρίσκεται. Δεν την έσβησα, κάποια μέρα θα την ξαναβρώ και, πάλι, θα σε ξαναδώ.

Έχω κρατήσει την εικόνα σου όμως μέσα μου. Σε θυμάμαι να διαβάζεις, δίπλα στη λιμνούλα, και όλα μοιάζουν να έχουν σταματήσει.

Ταξίδι

Τελευταίος έλεγχος. Τα έχω πάρει όλα; Κλείνω τη βαλίτσα και την αφήνω δίπλα στην πόρτα. Βάζω τα παπούτσια μου, βγαίνω, σβήνω το φως, κλειδώνω την πόρτα και φεύγω.

Είναι νύχτα ακόμη και περπατώ γρήγορα στους δρόμους κρατώντας τη βαλίτσα στο ένα χέρι και έχοντας άλλη μία τσάντα στο άλλο. Φτάνω στο πρακτορείο· ο υπάλληλος δεν έχει έρθει ακόμη, μου κόβει ο καφετζής το εισιτήριο και κάθομαι μαζί με άλλους τρεις να περιμένουμε το λεωφορείο.

Ταξιδεύουμε προς Βορρά και ήδη άρχισε να ξημερώνει. Γλυκό ξημέρωμα.

Στην πρωτεύουσα του νομού αλλάζουμε λεωφορείο κι έχω άλλη μία αλλαγή λεωφορείου σε δύο ώρες για το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής. Σχεδόν όλη τη χώρα θα διασχίσω σήμερα, αλλά δε με νοιάζει.

Πάντα, όταν επιστρέφω στο σπίτι, δε με απασχολούν άλλα ζητήματα. Χαίρομαι τις ώρες και τα χιλιόμετρα, κάθε ταξίδι είναι διαφορετικό.

Η κακή μουσική στο ραδιόφωνο ξεχνιέται εύκολα. Αναρωτιέμαι συχνά αν οι περισσότεροι οδηγοί κάνουν κακές επιλογές στη μουσική επειδή (α) τους αρέσει, (β) τους βοηθάει να μένουν ξύπνιοι ή (γ) για να μένουν ικανοποιημένοι οι περισσότεροι από τους επιβάτες… Μα, καψουροτράγουδα πρωί πρωί;

Έξω ο κόσμος συνεχίζει τη ζωή του χωρίς να ενδιαφέρεται για εμάς που τον παρατηρούμε, προσπαθώντας να γεμίσουμε τις ατελείωτες ώρες του ταξιδιού. Κάποιοι μας παρατηρούν και αυτοί, ίσως να σκέφτονται κάποιο ταξίδι δικό τους ή δικούς τους που ταξιδεύουν.

Σε κάθε νέα στάση αλλάζει η σύνθεση των επιβατών. Άλλοι θα φτάσουν στον προορισμό τους (τους περιμένει άραγε κανείς;), άλλοι θα ξεκινήσουν για κάπου αλλού. Όλοι κάπου πηγαίνουμε και στις διαδρομές αυτές συναντούμε πολλούς ανθρώπους. Τόσες ζωές πλεγμένες η μία με την άλλη και τόσες ευκαιρίες για αλληλεπίδραση. Έστω κι αν δε μιλήσουμε με κανέναν στη διαδρομή, παρατηρούμε και σκεφτόμαστε. Και μας παρατηρούν επίσης και κάνουν σκέψεις για εμάς, να μην το ξεχνάμε.

Μικρό ή μεγάλο, κάθε ταξίδι δεν ξεχνιέται. Κάτι μένει.

Πουκάμισο

Το αγαπημένο μου πουκάμισο δεν είναι πια όπως ήταν πριν.

Οι άκρες στα μανίκια έχουν φθαρεί, έχουν ξεφτίσει. Έχασα ένα κουμπί κάποτε και το αντικατέστησα με κάποιο που του μοιάζει. Το χρώμα του δεν είναι εκείνο το ζωηρό γαλάζιο που είχε αρχικά· ένα μπέρδεμα σε ένα πλύσιμο, χρόνια πριν, το άσπρισε. Όχι εντελώς, σε εκείνο το γαλάζιο του ουρανού που το καλύπτουν λευκά σύννεφα και μπερδεύονται ομοιόμορφα μεταξύ τους, σε μια γαλάζια απόχρωση του άσπρου.

Μου ταιριάζει όμως όπως πρώτα, ίσως και ακόμη περισσότερο, με αγκαλιάζει και με προστατεύει. Τώρα πια γνωριζόμαστε καλύτερα, μετά από τόσα χρόνια μαζί και συνεχίζω να το φοράω κι εγώ χαρούμενος, σα να ξαναβρίσκω ένα φίλο, με τον οποίο ξαναβρεθήκαμε και πιάσαμε την κουβέντα από εκεί που την είχαμε αφήσει.


Ναι, δεν είναι ένα πουκάμισο αυτό που περιγράφω. Θα μπορούσε να είναι. Αλλά δεν είναι.

Χατζίνα

Το σπίτι της γιαγιάς Σοφίας είναι πολύ μικρό. Χαμηλοτάβανο, ένα δωμάτιο κάτω, που το χρησιμοποιούσε ως κουζίνα και καθιστικό, και ένα δωμάτιο επάνω, το υπνοδωμάτιο. Χώρος για τουαλέτα εσωτερικά δεν υπήρχε, αυτή βρίσκεται στη μικρή αυλίτσα μπροστά από το σπίτι.

Η γιαγιά Σοφία δε ζει πια εδώ και πολλά χρόνια, άλλος άνθρωπος δεν έμεινε στο σπίτι μετά από αυτήν και το σπίτι ερήμωσε. Η στέγη στο πίσω μέρος έχει πέσει και από μπροστά φαίνεται τώρα πια ο ουρανός. Το σπίτι είναι τόσο μικρό που είναι κρυμμένο πίσω από το δέντρο που έχει φυτρώσει και θέριεψε μέσα στη μικρή αυλή.

Σε αυτή τη μικρή αυλή που καθόταν τότε η γιαγιά Σοφία και έδινε νερό και καραμέλες στα παιδιά που έπαιζαν στο δρόμο. Παλιά ξενόπλενε, μετά δούλεψε ως καπνεργάτρια. Χήρεψε νωρίς, ο γιος της σκοτώθηκε το 1940 στην Αλβανία, αφήνοντας πίσω μάνα, γυναίκα και την κόρη του, μόλις 3 χρονών. Η μάνα, μικροκαμωμένη και ντυμένη στα μαύρα, ήταν η γιαγιά η Χατζίνα, όπως την ήξεραν στη γειτονιά, καθώς ήταν προσκυνήτρια και είχε βαφτιστεί στον ποταμό Ιορδάνη.

Την επισκεπτόμασταν πότε πότε και παίζαμε κι εμείς, είτε στο δρόμο ή στο μικρό δωματιάκι στο ισόγειο, όταν είχε κρύο, όσο τα έλεγαν με τη μαμά μας. Μας έδινε και χαρτζιλίκι κάποιες φορές, «να δώσω στα παιδιά από έναν Κολοκοτρώνη» έλεγε όταν έφτανε η ώρα να φύγουμε. Ο «Κολοκοτρώνης» πρέπει να ήταν το τότε εικοσάρικο, που έδειχνε στη μία πλευρά του την Αθηνά με περικεφαλαία· η γιαγιά, βλέποντας την περικεφαλαία, θα νόμιζε ότι απεικονίζει τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Γράμματα η γιαγιά δεν ήξερε αλλά κάθε μέρα πήγαινε στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, έπαιρνε αντίδωρο και όταν είχε αγιασμό έπαιρνε και μοίραζε σε όλη τη γειτονιά.

Απλοί, καλοί άνθρωποι, ζούνε μόνοι, γύρω μας.

Καλημέρα

Καλά ξεκίνησε η μέρα…

Καλημέρισα έναν άγνωστο στο δρόμο, έτσι για την καλή μέρα, και με καλημέρισε κι αυτός, έστω και αν αναρωτήθηκε από πού γνωριζόμαστε. Δεν είναι ωραίο να χαιρετάς αγνώστους και να τους κάνεις να χαμογελούν;

Ίσως να το αναφέρει και στην οικογένειά του το μεσημέρι, ποιος ξέρει…

Φωτογράφισα και ένα ποδήλατο, που ήταν αφημένο στο δρόμο. Μπλε με κόκκινη σέλα και δύο καλάθια, ένα μπροστά και ένα πίσω. Εικόνα για πίνακα.

Κάποιες φορές τις δημιουργούμε τις μέρες μας.

Μωρό

Μου αρέσει τα απογεύματα να κατεβαίνω για βόλτα στο λιμάνι. Ειδικά αν έχει καλό καιρό, μόλις ξυπνήσω το μεσημέρι, ντύνομαι και ξεκινάω για τη βόλτα μου.

Δεν περπατάω πολύ· αν και θα έπρεπε. Φτάνω στο αγαπημένο μου παγκάκι και κάθομαι σε αυτό, αν είναι ελεύθερο, ή κάνω ένα μικρό γύρο και, επιστρέφοντας, κάθομαι είτε σε αυτό ή σε κάποιο εκεί κοντά. Το παγκάκι αυτό το προτιμώ επειδή είναι καθαρό, δε φυσάει πολύ και μου επιτρέπει να βλέπω τόσο τη θάλασσα με τις βάρκες, όσο και τον κόσμο που περνάει από μπροστά κάνοντας τον περίπατό του.

Τις προάλλες μάλιστα συνέβη και κάτι που μου άλλαξε και τη διάθεσή μου. Λίγο πιο πέρα από το παγκάκι έπαιζε ένα μωρό, ούτε δύο χρονών δε φαινόταν, ίσα που περπατούσε κάπως σταθερά και γυρόφερνε το καρότσι του, πότε τρέχοντας και πότε περπατώντας. Πήγαινε γύρω γύρω, έτρεχε, σταματούσε, και πάλι από την αρχή.

Κάποιες φορές παραπατούσε κι έπεφτε στο δρόμο. Δεν το ένοιαζε όμως η πτώση, στηριζόταν και πάλι στα χεράκια του, σηκωνόταν και άρχιζε πάλι να τρέχει ξεφωνίζοντας χαρούμενο. Ήταν η δική του ευκαιρία να αυτονομηθεί και δεν την άφηνε να πάει χαμένη.

Έχοντας χηρέψει πρόσφατα, η διάθεσή μου δεν είναι και η καλύτερη. Βλέποντας όμως αυτό το μωρό να μη δίνει σημασία στις πτώσεις του, παρά να σηκώνεται και να συνεχίζει το παιχνίδι του, ένιωσα ότι, άθελά του και εν αγνοία του, μου έδινε ένα μάθημα ζωής.

Όταν το πήρε η μαμά του και έφυγαν, σηκώθηκα κι εγώ για να επιστρέψω στο σπίτι μου, όπου δε με περίμενε πια κανείς. Όμως, και αυτή τη φορά και τις επόμενες μέρες μέχρι και σήμερα, περπάτησα πιο ζωηρά σε σχέση με πριν.

Επειδή δε με νοιάζει πια αν πέφτω πότε πότε, είτε περπατώντας και παραπατώντας, είτε ψυχολογικά. Και τις τελευταίες ημέρες παρατηρώ ότι πηγαίνω όλο και πιο μακριά.

Διαδρομές

Πονάει λίγο το πόδι μου τώρα τελευταία κι έτσι φροντίζω να μην το πατάω πολύ όταν μετακινούμαι. Η αλήθεια είναι ότι τριγυρνάω συνέχεια εδώ κι εκεί κι έτσι δεν προλαβαίνω να ξεκουραστώ όσο θα ήθελα. Δεν πειράζει, τα βράδια που κοιμάμαι, μου περνάει λίγο και ξεχνιέμαι.

Κάθε πρωί, με το που ξυπνάω, παίρνω τους δρόμους. Τους ίδιους δρόμους που γυρίζω τόσα χρόνια τώρα, αλλά δεν τους έχω βαρεθεί ακόμη. Σε αυτούς τους δρόμους συναντάω πολλούς. Άλλοι μου φέρονται καλά, μου χαμογελούν, με χαϊδεύουν, κάποιοι μου μιλούν κιόλας. Άλλοι πάλι δείχνουν να με φοβούνται ή, ακόμη, να θέλουν να με χτυπήσουν.

Περνάω και έξω από σχολεία και πάρκα και τα παιδιά που παίζουν εκεί συνήθως παίζουν και μαζί μου. Και μου αρέσει κι εμένα να παίζω μαζί τους επειδή νιώθω ότι δε θέλουν να μου κάνουν κακό. Κάποια όμως μένουν μακριά μου και έχω παρατηρήσει ότι, αν δοκιμάσω να πάω κοντά τους, μπορεί να βάλουν και τα κλάματα. Και αυτό δεν το θέλω καθόλου.

Είναι και τα αυτοκίνητα που είναι πολλά στους δρόμους που τριγυρίζω. Πηγαίνουν και γρήγορα τα αφιλότιμα και, πολλές φορές, πρέπει να τρέχω για να τα αποφύγω ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που ξέφυγα λίγο πριν με χτυπήσουν.

Τα μεσημέρια βρίσκω ένα ήσυχο και δροσερό μέρος και ξαπλώνω για να κοιμηθώ λίγο, αλλά έχω πάντα το ένα μάτι ανοιχτό, έτσι για να είμαι σίγουρος ότι δε θα μου συμβεί τίποτε δυσάρεστο. Τα απογεύματα πάλι στο δρόμο, μέχρι που βραδιάζει και γυρνάω στο μέρος που νιώθω ασφαλής για να κοιμηθώ και πάλι, πιο ήσυχος αυτή τη φορά, επειδή είμαι κοντά σε φίλους.

Την άλλη μέρα πάλι στο δρόμο βρίσκομαι, για νέες διαδρομές.

Είμαι ένας αδέσποτος σκύλος και, αν σου γαβγίσω θα είναι επειδή φοβάμαι.

Επέστρεφε

Ο κυρ-Ηλίας δε ζει πια στον τόπο που μεγάλωσε. Χρόνια τώρα είναι εγκατεστημένος σε μια πόλη στις Ενωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου ζει μαζί με τη γυναίκα του (Ελληνίδα κι αυτή, γνωρίστηκαν εκεί), τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους. Συνταξιούχος πλέον εδώ και λίγα χρόνια, προσπαθεί να συνηθίσει τη νέα ζωή χωρίς τις παλιές συνήθειες.

Δούλεψε όλα αυτά τα χρόνια, εργάτης αρχικά, με δικό του συνεργείο μετά, αλλά τώρα πια έχει αρκετό ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή του και, όπως μου είπε, προσαρμόζεται ακόμη.

Γνωριστήκαμε τυχαία ένα απόγευμα, καθώς συναντηθήκαμε στο λιμενοβραχίονα όπου πήγαινα τότε και διάβαζα, δίπλα στη θάλασσα για να ακούω τα κύματα. Αυτός ερχόταν από το διπλανό χωριό με το αυτοκίνητο, ίσα ίσα «για να περπατήσει λίγο», καθώς το χωριό είναι χτισμένο σε χαράδρα και δε βολεύει για ήρεμους περιπάτους· φαντάζομαι ότι μπορεί να είχε βαρεθεί και λίγο τις βόλτες στο ίδιο μέρος συνέχεια. Έτσι, έπαιρνε το αυτοκίνητο και ερχόταν στο δικό μας, όπου ο λιμενοβραχίονας προσφερόταν για μία ήρεμη βόλτα, χωρίς ανηφόρες και κατηφόρες.

Στο χωριό είναι το πατρικό του σπίτι, όπου μένει κάθε φορά που έρχεται στην Ελλάδα. «Όποτε μπορώ και έχω την ευκαιρία, επιστρέφω για λίγο», μου είπε ένα απόγευμα. Γνωστούς πολλούς δεν είχε πια στο χωριό. Άλλοι είχαν πεθάνει, άλλοι έφυγαν για αλλού, τους πιο πολλούς κατοίκους δεν τους γνώριζε.

Τα πρωινά είχε τα μερεμέτια του σπιτιού, μου έλεγε. Άδειο το σπίτι τον υπόλοιπο χρόνο και κάθε φορά που ερχόταν στο χωριό όλο και κάτι ήθελε διόρθωμα. Τα απογεύματα που συναντιόμασταν, πάντα στο λιμενοβραχίονα, μέναμε εκεί, μισή, μία ή και δύο ώρες συζητώντας, μέχρι που νύχτωνε.

Λέγαμε διάφορα. Από αυτά που συζητούν συνήθως δύο άνθρωποι που δε γνωρίζονταν πριν. Μου είπε όμως και για τότε που βρέθηκε μάρτυρας σε ένοπλη ληστεία, όπου πυροβολήθηκε στο πόδι και απέκτησε έκτοτε κι ένα μικρό κουσούρι στο περπάτημα.

Λίγες μέρες μετά τη δική μου αναχώρηση από το νησί θα έφευγε και αυτός. Αρχικά για την πρωτεύουσα, όπου θα υποδεχόταν τη γυναίκα του και, μετά, για ένα άλλο μέρος όπου θα έκαναν τις διακοπές τους. Όταν χαιρετηθήκαμε, ήμουν σίγουρος ότι, παρ’ όλο που και το πατρικό του παρέμενε άδειο και στο χωριό ήξερε λίγους, κάποιο καλοκαίρι πάλι θα επέστρεφε.

Ξεκίνημα

Έξω ψιλοβρέχει και οι στάλες ακούγονται να χτυπούν στις μεταλλικές τέντες των γύρω μπαλκονιών. Βγήκα για λίγο στο μπαλκόνι και μου ήρθε η μυρωδιά της. Δεν ξέρω γιατί αλλά αυτή η μυρωδιά της βροχής μου θυμίζει σχολείο. Ευτυχώς που σήμερα είναι Σάββατο και τα σχολεία είναι κλειστά· άσε που εδώ και πολλά χρόνια πια δεν πηγαίνω στο σχολείο.

Στο μπαλκόνι, κοίταξα για λίγο αριστερά – δεξιά. Η μόνη κίνηση στη γειτονιά ήταν από μία πράσινη ομπρέλα που είδα ακριβώς κάτω από το μπαλκόνι και η κοπέλα που την κρατούσε προχώρησε γρήγορα προς το κέντρο της πόλης, αγνοώντας πως θα αναφερθεί σε κάποιο άρθρο ενός καινούριου ιστολογίου λίγα λεπτά μετά. Το πιο πιθανό είναι ότι δε θα το μάθει ποτέ ότι έγραψα για αυτήν.

Ούτε ένα αυτοκίνητο δεν πέρασε, ούτε άλλος άνθρωπος. Μπήκα στην κουζίνα και έφτιαξα ένα σάντουιτς για πρωινό, έφτιαξα και καφέ επειδή η βροχή έχει την τάση να ανατρέπει τα σχέδιά μας· ίσως επειδή δε θέλουμε να βρεχόμαστε, ενδόμυχα όμως θέλω να πιστεύω ότι μας αρέσει να την ακούμε και να ταξιδεύουμε νοερά στις αναμνήσεις μας.

Ψωμάκι, κασέρι, σαλάμι και καφές στα χέρια και επιστροφή στον υπολογιστή. Κάθισα και άρχισα να γράφω. Δεν είχα προγραμματίσει συγκεκριμένο θέμα κι έτσι ξεκίνησα το πρώτο άρθρο απλά, με μια εικόνα, αυτήν της πράσινης ομπρέλας στον άδειο δρόμο.

Βολεύτηκα καλύτερα και σκέφτηκα ότι, όλοι μας, στη ζωή μας είμαστε συλλέκτες εικόνων. Κάτι είδαμε κάποτε, το σχολιάσαμε με τους φίλους μας ή το κρατήσαμε ως ανάμνηση, ίσως ξεχάσαμε και κάποιες λεπτομέρειες· πότε πότε όμως επιστρέφει και πάλι και συνδέεται με μία άλλη, πιο πρόσφατη εικόνα.

Τέλος πάντων, αυτό το ξεκίνημα ήρθε με δύο εικόνες, ασύνδετες για την ώρα. Οι άσπρες βιολέτες χθες το βράδυ έδωσαν τον τίτλο του ιστολογίου, η κοπέλα με την ομπρέλα το πρώτο κείμενο, την πρώτη βιολέτα.

Ξεκινήσαμε και όσο πάει…